11 Σεπτεμβρίου 2001: Η φετινή επέτειος σημαδεύεται από μεγάλη απώλεια αξιοπιστίας της Δύσης

ΔΙΔΥΜΟΙ ΠΥΡΓΟΙ

Tην άποψη ότι η Τουρκία ισχυροποιείται με την αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν, αφού παρουσιάζεται ως γέφυρα της χώρας με τη Δύση, εκφράζει ο κ. Κώστας Λάβδαςκαθηγητής Ευρωπαϊκής και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο reader.gr.

Ο κ. Λάβδας υποστηρίζει επίσης πως ο απολογισμός της επέμβασης των Αμερικανών στο Αφγανιστάν είναι αρνητικός, αφού οι φιλόδοξοι στόχοι που είχαν τεθεί μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους δεν πέτυχαν, ενώ σημειώνει πως η αμερικανική ηγεμονία είναι παρελθόν στο νέο, πολυκεντρικό και γρήγορα μετεξελισσόμενο κόσμο.

Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να κηρύξουν πόλεμο κατά των τζιχαντιστών ύστερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, καθώς σήμερα συμπληρώνονται 20 χρόνια από το μπαράζ των αποτρόπαιων τυφλών επιθέσεων που άφησαν πίσω τους τουλάχιστον 3.000 νεκρούς στους Δίδυμους Πύργους. Ο κ. Λάβδας τονίζει ότι «παρά την τεράστια επένδυση σε πόρους και ανθρώπινες ζωές» οι Αμερικανοί δεν κατάφεραν να πετύχουν το στόχο τους στην αχανή ασιατική χώρα.

Σήμερα συμπληρώνονται 20 χρόνια από την επίθεση στους δίδυμους πύργους και στο Πεντάγωνο, που αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη του πολέμου κατά της τρομοκρατίας και την παρέμβαση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν κι αργότερα στο Ιράκ. Θεωρείτε πως τελικά οι επεμβάσεις των ΗΠΑ πέτυχαν το σκοπό τους;

Η φετινή επέτειος της 11ης Σεπτεμβρίου βρίσκει ένα καθεστώς Ταλιμπάν να διαφεντεύει το Αφγανιστάν. Το 1996, όταν η Καμπούλ έπεσε στους Ταλιμπάν και το Πακιστάν ήταν η βασική εξωτερική δύναμη που τους στήριζε, η διεθνής αντίδραση ήταν ανάμεικτη. Όμως όταν η τρομοκρατική θηριωδία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 οδήγησε τις ΗΠΑ στην απόφαση να τερματίσουν το φονταμενταλιστικό καθεστώς της Καμπούλ, η Δύση θεώρησε ότι με την διάσκεψη της Βόννης (2001) τέθηκαν τα θεμέλια για ένα νέο, δυτικού τύπου κράτος με νέο σύνταγμα, εκλογές κλπ.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το Αφγανιστάν στοχοποιήθηκε γρήγορα, με ακρίβεια και ορθότατα, καθώς και ευθύνες υπήρχαν στην Καμπούλ και μεγάλη ήταν η ανάγκη να παρουσιαστεί μια άμεση εστίαση της ευθύνης και, αντίστοιχα, της δράσης. Κάτι που δεν συνέβη με τις επίσης σημαντικές ευθύνες κύκλων της Σαουδικής Αραβίας.

Το Αφγανιστάν είχε και έχει τη σημασία του. Επί δεκαετίες, οι πραγματικά σημαντικοί διεθνολόγοι, όπως ο Καθηγητής François Géré, επισήμαιναν ότι το Πακιστάν έβλεπε το Αφγανιστάν ως κρίσιμο πεδίο στρατηγικής διείσδυσης, επιχειρώντας να αποκτήσει έναν ελεγχόμενο χώρο στα δυτικά, στο πλαίσιο ενίσχυσης απέναντι στον μεγάλο του αντίπαλο στα ανατολικά, την Ινδία. Μετά την πτώση των Ταλιμπάν το 2001, η αμερικανική πίεση οδήγησε σε μια περίοδο φαινομενικής εγκατάλειψης των Ταλιμπάν, αλλά η υποστήριξη συνεχίστηκε σε πολλά επίπεδα. Άλλωστε η ισχυρή κοινότητα των Παστούν πάντοτε συνέδεε τις δυο χώρες.

Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη το πλούσιο υπέδαφος του Αφγανιστάν, το οποίο έχει τεράστιες δυνατότητες σε λίθιο, μεταξύ άλλων. Παρότι από μόνοι τους οι παράγοντες που σχετίζονται με το υπέδαφος και την ενέργεια συχνά οδηγούν σε απλοϊκές αναλύσεις, οφείλουμε να τους λάβουμε υπόψη όταν επιχειρούμε μια αποτίμηση της συνολικής εικόνας, ιδιαίτερα σε σχέση με τις περισσότερο μακροπρόθεσμες προοπτικές μιας περιοχής ή μιας χώρας. Αυτό ισχύει και για το Αφγανιστάν.

Αυτή τη στιγμή, πάντως, μπορεί να ειπωθεί ότι όπως και στο Ιράκ αργότερα, ο απολογισμός για το Αφγανιστάν είναι σε τελική ανάλυση αρνητικός. Μια σχετικά λελογισμένη υπεράσπιση της πολιτικής σε Αφγανιστάν και Ιράκ – το δεύτερο σε σχέση και με την υποτιθέμενη απειλή όπλων μαζικής καταστροφής – είναι ότι οι άμεσες απειλές εξουδετερώθηκαν αλλά οι πρόσθετοι, περισσότερο φιλόδοξοι στόχοι (κτίσιμο νέων δομών, εκσυγχρονισμός και εκδυτικισμός κοινωνιών και πολιτικών συστημάτων) δεν πέτυχαν. Παρά την τεράστια επένδυση σε πόρους και ανθρώπινες ζωές. Ούτε όμως και αναφορικά με την τρομοκρατία έχουμε αυτή τη στιγμή πλήρη εικόνα. Τι επιπτώσεις θα έχει στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας η πτώση του Αφγανιστάν; Προφανώς οι Ταλιμπάν δηλώνουν αυτή τη στιγμή οτιδήποτε θα τους βοηθήσει να παγιώσουν την εξουσία τους. Όταν όμως παγιωθεί το νέο καθεστώς στην εξουσία, οι επιλογές του πιθανότατα θα περιλαμβάνουν και τη χρήση τρομοκρατικών δικτύων και δρώντων.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν φαίνεται πως σηματοδοτεί μια συνολική αλλαγή των προτεραιοτήτων της υπερδύναμης στη Μέση Ανατολή. Θεωρείτε πως κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει και για την περιοχή της ΝΑ Μεσογείου ή πιστεύετε πως τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ θα διατηρήσουν τους Αμερικανούς στην περιοχή μας;

Αυτό είναι ένα σημαντικό και σύνθετο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί σε πολλαπλά επίπεδα. Πρέπει καταρχήν να θυμηθούμε ότι ο αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ που είχε αρχίσει να μειώνεται δραστικά τη δεκαετία του 1990, με δεδομένο το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αναπτύχθηκε πάλι με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την 11η Σεπτεμβρίου (αρχικά λόγω του πολέμου κατά της τρομοκρατίας) και σε γενικές γραμμές παραμένει τεράστιος, παρά κάποιες παροδικές διακυμάνσεις. Παρόλα αυτά, όπως εξηγώ από χρόνια, από τις δυο θητείες Ομπάμα βρίσκεται σε εξέλιξη μια αργή διαδικασία επιλεκτικής απαγκίστρωσης των ΗΠΑ από κάποιες από τις διεθνείς τους εμπλοκές. Ως προς αυτή τη διάσταση, υπάρχουν σοβαρά στοιχεία συνέχειας στην αμερικανική πολιτική. Άλλωστε ως προς το Αφγανιστάν, η απόσυρση είχε ήδη συμφωνηθεί στις συνομιλίες της κυβέρνησης Τραμπ με τους Ταλιμπάν στο Κατάρ, συνομιλίες που οδήγησαν τον Φεβρουάριο 2020 στη Συμφωνία της Ντόχα για την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν.

Οι ΗΠΑ αφενός έχουν σημαντικά ζητήματα εσωτερικής πολιτικής και οικονομίας στα οποία επιθυμούν να εντρυφήσουν, αφετέρου επιχειρούν να επικεντρωθούν σε λιγότερα και προσεκτικά επιλεγμένα ζητήματα στο διεθνή τους ρόλο. Τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην πράξη επαναπροσδιορίζονται σταδιακά και αυτό συνεπάγεται την επιλεκτική απαγκίστρωση που προαναφέρθηκε. Π.χ. ο Ειρηνικός και οι συνεργασίες με Ιαπωνία και Νότια Κορέα βρίσκονται σε υψηλό σκαλοπάτι προτεραιοτήτων. Η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει σχετικά υψηλά στα αμερικανικά ενδιαφέροντα με δεδομένα (α) την κρίσιμη γεωπολιτική θέση της, (β) τα ενεργειακά χαρακτηριστικά της περιοχής και (γ) την λειτουργία της κάπως ευαίσθητης Νότιας Πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Αλλά η αμερικανική ηγεμονία είναι παρελθόν στο νέο, πολυκεντρικό και γρήγορα μετεξελισσόμενο κόσμο. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα εύπλαστα χαρακτηριστικά του νέου περιβάλλοντος, την άνοδο της αβεβαιότητας και την μείωση της προβλεψιμότητας. Βρισκόμαστε σε μια φάση της ρευστής νεωτερικότητας (liquid modernity) και στις διεθνείς σχέσεις, όπως έγραψα στο παρελθόν επιχειρώντας να μεταφέρω στην παγκόσμια πολιτική την γνώριμη κοινωνιολογική προσέγγιση του αείμνηστου Zygmunt Bauman.

Για τη Δύση, το σημαντικό είναι πρώτον να γίνει αντιληπτό ότι συνεχίζεται μια πορεία αργής και επιλεκτικής αποχώρησης των ΗΠΑ και δεύτερον να υπάρξει συστηματικός προβληματισμός ως προς τις επιπτώσεις και τα σενάρια στον αναδυόμενο πολυκεντρικό κόσμο με πάντοτε σημαντική αλλά όχι πια ηγεμονική αμερικανική παρουσία. Η ανύπαρκτη ως προς τη γεωπολιτική της διάσταση ΕΕ θα πρέπει κάποτε να αρχίσει να ωριμάζει.

Η αλλαγή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μπορεί να αλλάξει στρατηγική και για την Άγκυρα; Ήδη διακρίνουμε προσπάθειες προσέγγισης της Αιγύπτου αλλά και των Εμιράτων.

Στο πλαίσιο που αναφέρθηκε πιο πάνω, η Άγκυρα αναβαθμίζεται λόγω των εξελίξεων στο Αφγανιστάν. Παρουσιάζεται ως γέφυρα του Αφγανιστάν με τη Δύση ενώ παράλληλα ο ουσιαστικός της εταίρος της στην περιοχή, το Πακιστάν, είναι ο μεγάλος κερδισμένος από την επιστροφή των Ταλιμπάν. Παράλληλα, η Άγκυρα επιχειρεί με διπλωματικούς ελιγμούς τη βελτίωση των σχέσεων με Αίγυπτο, Εμιράτα και Σαουδική Αραβία. Υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες στην επαναπροσέγγιση, για διαφορετικούς λόγους με την κάθε μια χώρα, αλλά το βασικό γεγονός είναι ότι επιχειρείται η διάνοιξη νέων οδών συνεννόησης με παράγοντες της περιοχής αλλά και με χώρες-κλειδιά της ΕΕ.

Όπως εξήγησα από την πρώτη στιγμή, το «καλό κλίμα» λόγω των προσπαθειών συνεννόησης με την Άγκυρα για το μεταναστευτικό ενόψει της Αφγανικής κρίσης επρόκειτο να είναι παροδικό. Οι νέες δηλώσεις και κινήσεις της Άγκυρας σε Κύπρο, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο διαψεύδουν όσους αμφισβητούν ότι είναι αναθεωρητική δύναμη η Τουρκία αλλά και εκείνους που επιμένουν ότι οι «χαμένες ευκαιρίες» (τύπου Σχεδίου Ανάν) από ελληνοκυπριακής πλευράς υπήρξαν κρίσιμες για τις δυσάρεστες εξελίξεις (που οδηγούν στην ουσιαστική εξαφάνιση του ομοσπονδιακού υποδείγματος για το μέλλον της Κύπρου). Η δομική αναθεωρητική στρατηγική της γείτονος δεν περιορίζεται στις υπερβολικά ριψοκίνδυνες τακτικές Ερντογάν ούτε ανάγεται σε αυτές. Κατά συνέπεια, μια ακόμη περισσότερο κατευναστική πολιτική θα είχε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ονειρεύονται κάποιοι.

Θα επαναλάβω την πάγια θέση μου ότι η μεταψυχροπολεμική Τουρκία γίνεται επικίνδυνη κυρίως όταν αισθάνεται ισχυρότερη, όχι τόσο όταν αισθάνεται «στριμωγμένη» (όπως την χαρακτηρίζουν κάποιοι). Το συμπέρασμα είναι σαφές. Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος.

Και η Ελλάδα; Πρέπει να διατηρήσει την πολιτική των περιφερειακών συνεργασιών; Κι αυτές λειτουργούν συμπληρωματικά με την ευρωπαϊκή και τη ΝΑΤΟϊκή ομπρέλα;

Έτσι ακριβώς είναι. Σε αυτό το αναλυτικό πλαίσιο, εξηγώ από το 2018 σε σχέση και με τις παραμέτρους της τουρκικής στρατηγικής, ότι οι πολυεπίπεδες και εν μέρει αλληλοεπικαλυπτόμενες συνεργασίες σε διμερή, τριμερή και πολυμερή σχήματα πρέπει να εντατικοποιηθούν με ταχύτατους ρυθμούς. Επιμένω επίσης από τότε ότι η συνεργασία με την Γαλλία πρέπει να βαθύνει άμεσα και να λάβει στρατηγική διάσταση, πάντοτε φυσικά στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Πολλά ελέχθησαν έκτοτε από πολλούς, κάποια βήματα έγιναν, δυστυχώς ακόμη όχι όσα χρειάζονται. Και οι ευκαιρίες κάποτε φεύγουν, τα παράθυρα ευκαιρίας κλείνουν, οι συνθήκες αλλάζουν.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο κόσμος μας είναι ασφαλέστερος σε σχέση με την διεθνή τρομοκρατία;

Με την 11η Σεπτεμβρίου η τρομοκρατία και η φρικτή οπτικοποίησή της μπήκαν στα σπίτια, με τις τηλεοράσεις και το διαδίκτυο, ακόμη και για όσους δεν βρισκόταν στο Μανχάταν εκείνη την αποφράδα ημέρα. Ο κόσμος είναι κάπως ασφαλέστερος με την έννοια ότι υπάρχει μεγαλύτερη επίγνωση και μεγαλύτερη εγρήγορση. Επίσης, κάποια δίκτυα τρομοκρατών και οι αρχηγοί τους αδρανοποιήθηκαν.

Εάν, όμως, επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε τις συνθήκες και τα βαθύτερα αίτια, η απάντηση δυστυχώς δεν μπορεί να είναι αισιόδοξη. Τα τεχνολογικά άλματα αποτελούν ταυτόχρονα εργαλεία αντιμετώπισης της τρομοκρατίας αλλά και δυνητικά οχήματα ενίσχυσής της. Η διασπορά όπλων μαζικής καταστροφής δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί με αποτελεσματικό τρόπο. Η ριζοσπαστικοποίηση ηλικιακών κατηγοριών και οικονομικο-κοινωνικών στρωμάτων και η στροφή στο πολιτικό Ισλάμ δεν έχει αντιμετωπιστεί, αντίθετα μετά τις επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ φαίνεται να ενισχύθηκε.

Γενικότερα, ανεξαρτήτως του πως ακριβώς θα συμπεριφερθεί το νέο καθεστώς στην Καμπούλ, η σημασία του πολιτικού Ισλάμ ενισχύεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Και αυτό συμβαίνει ενώ στο εσωτερικό των ΗΠΑ οι περισσότερες μετρήσεις κοινής γνώμης δείχνουν ότι οι πολίτες αισθάνονται ασφαλέστεροι. Στην πραγματικότητα, η φετινή επέτειος της 9/11 σημαδεύεται από μεγάλη απώλεια αξιοπιστίας της Δύσης, απώλεια με επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέραν του αφγανικού ζητήματος.

* Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής Ευρωπαϊκής και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και Καθηγητής στην Έδρα Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στο Fletcher School of Law and Diplomacy στην Μασαχουσέτη.

Πηγή: reader.gr

armynow.gr google news

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ