Γιάννης Βαληνάκης για ελληνοτουρκικά: «Αξίζουμε κάτι καλύτερο»

ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥΡΚΙΑ

Οδεύουμε, όπως όλα δείχνουν, σε μια εκτόνωση της πρόσφατης κρίσης με την Τουρκία, χωρίς να είναι γνωστό όταν γράφονται οι γραμμές αυτές το παρασκήνιο των αλλεπάλληλων μεσολαβήσεων και συνεννοήσεων μεταξύ των πρωταγωνιστών που οδήγησαν στην αποχώρηση της τουρκικής αρμάδας, στην αναβολή της συνόδου κορυφής της Ε.Ε. αλλά και στην αναγγελία έναρξης των διερευνητικών επαφών.

Γράφει ο Γιάννης Βαληνάκης*

Προς αποφυγή εικασιών είναι γι’ αυτό χρησιμότερο να επισημανθούν ορισμένες καίριες και διαχρονικές παράμετροι των ελληνοτουρκικών κρίσεων με την ελπίδα τα νέα δεδομένα να παραγάγουν τη φορά αυτή ένα εθνικά καλύτερο τελικό αποτέλεσμα.

1. Ως χώρα φιλειρηνική και ευρωπαϊκή, η Ελλάδα εκ των πραγμάτων αφήνει αναγκαστικά το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και της πρωτοβουλίας των κινήσεων στην πολεμοχαρή στρατηγική της Τουρκίας: το πού, πότε και πώς θα επιλέξει να «χτυπήσει» διπλωματικά (αμφισβητώντας διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο, επιμένοντας σε εξωφρενικές θεωρίες περί «γαλάζιας πατρίδας» και «γκρίζων ζωνών» και εγείροντας συνεχώς νέες απαιτήσεις κ.λπ.), αλλά και πολιτικο-στρατιωτικά (στέλνοντας εκβιαστικά ερευνητικά σκάφη, γεωτρύπανα και αρμάδες, παραβιάζοντας ακόμη και με υπερπτήσεις τον ελληνικό εναέριο χώρο, πολεμώντας σε τρία τουλάχιστον ταυτόχρονα στρατιωτικά μέτωπα έξω από τα σύνορά της, εγκαθιστώντας στρατιωτικές βάσεις στο εξωτερικό κ.λπ.).

Αν όμως στο στρατιωτικό πεδίο επιλέγουμε διαχρονικά την άμυνα, στο διπλωματικό και στο νομικό σίγουρα μπορούμε να αλλάξουμε πολλά με μια νέα και «έξυπνη στρατηγική» αποτροπής. Προφανώς είμαστε πολύ ευτυχείς με τα όσα έγιναν μέχρι σήμερα και δεν μας απασχολεί να αναζητήσουμε κάποια καλύτερη…

2. Δυστυχώς η Τουρκία υπερτερεί επίσης της Ελλάδας αλλά και πολλών (αν όχι όλων!) ευρωπαϊκών χωρών και σε ένα άλλο πεδίο: στο ότι η ίδια και η Ρωσία έχουν προφανώς καταλήξει πως στον σύγχρονο οιονεί πολυπολικό κόσμο μπορούν κατά το δοκούν να χρησιμοποιούν στρατιωτική βία (απέναντι σε γείτονες ή και αλλού) όχι μόνο ατιμωρητί, αλλά και να κερδίζουν (εδάφη, πόρους, διπλωματική και πολιτική ισχύ κ.λπ.). Οι κατά καιρούς (κατά κανόνα αδύναμες και διάτρητες) ευρωπαϊκές αντιδράσεις και κυρώσεις ούτε ανέτρεψαν τετελεσμένα ούτε φαίνονται ικανές να σταματήσουν έναν παραληρηματικό Ερντογάν που εξασφάλισε μεγάλη αμερικανική ανοχή και έμαθε να εκβιάζει ωμά και να διαιρεί αποτελεσματικά μια αδύναμη Ε.Ε. Που μέσα στην παραζάλη της φτάνει στην εξευτελιστική αναβολή κρίσιμων αποφάσεων των ηγετών της προφασιζόμενη ένα κρούσμα κορονοϊού σε έναν σωματοφύλακα!

3. Καθόλου ενθαρρυντική για την εικόνα που έχει η Αγκυρα της αποτρεπτικής μας ισχύος και αποφασιστικότητας είναι δυστυχώς και η έκβαση των μέχρι σήμερα ελληνοτουρκικών κρίσεων και σχετικών διπλωματικο-στρατιωτικών μπρα ντε φερ. Ατυχώς, κάθε κρίση από το 1973 (επί χούντας) που ξεκίνησαν τα προβλήματα στο Αιγαίο έληγε με διπλωματικά κέρδη για την Τουρκία. Κάθε φορά που δεν συμφωνούσε με τις ελληνικές θέσεις ή πολιτικές διατυπώσεις των δικαιωμάτων μας, η Τουρκία προκαλούσε κρίση με έξοδο ερευνητικού σκάφους συνοδευόμενου από στόλο πολεμικών σκαφών στο Αιγαίο. Η Ελλάδα ξεκινούσε με υψηλούς τόνους αποφασιστικότητας που όσο η κρίση προχωρούσε χαμήλωναν, υποχωρώντας τελικά ως προς την ουσία της αντιπαράθεσης.

Πριν από την κρίση του 1973 θεωρούσε ότι δεν υπήρχε καν θέμα οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία, αλλά στο τέλος της αποδέχθηκε ότι έπρεπε να συζητηθεί. Κατά την κρίση του 1976 η Ελλάδα προσέφυγε, χωρίς να δικαιωθεί, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στη Χάγη (ΔΔΧ) και αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι επίδικη προς οριοθέτηση περιοχή ήταν το Αν. Αιγαίο (Πρακτικό της Βέρνης). Το 1987 η ελληνική κυβέρνηση αμφισβήτησε την ισχύ του τελευταίου, η Τουρκία έστειλε τον στόλο της και παρά τους επικοινωνιακούς ελιγμούς του Ανδρέα Παπανδρέου (επιστράτευση κ.λπ.), ο τελευταίος αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι πλέον επίδικο γινόταν όχι μόνο το Ανατολικό αλλά ολόκληρο το Αιγαίο (mea culpa, Νταβός, ανταλλαγή επιστολών με Τ. Οζάλ). Η Τουρκία πέτυχε δηλαδή η Ελλάδα να μην μπορεί να κάνει οτιδήποτε στο Αιγαίο, ούτε πέρα από τα 6 ν.μ. από το Σούνιο…

Στο ίδιο μοτίβο, δικοί μας ατυχείς χειρισμοί και οι στρατιωτικοί εκβιασμοί της Τουρκίας οδήγησαν σε νέες υποχωρήσεις με την κρίση των Ιμίων το 1996, αφού η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» έγινε δυστυχώς και σε έναν βαθμό πράξη με ατιμωρητί κατάληψη και στη συνέχεια «αδρανοποίηση» ελληνικού εδάφους.

Φτάσαμε έτσι η Ελλάδα, η ένατη χώρα στον κόσμο σε μήκος ακτογραμμών, να μην έχει μέχρι πρόσφατα (ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο) υιοθετήσει ούτε μία από τις θαλάσσιες ζώνες που προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας και να απειλούνται απροκάλυπτα πλέον από την Τουρκία το ίδιο το νησιωτικό μας έδαφος και η συναφής άσκηση κυριαρχίας μας (στην αρχή στα μικρά και δήθεν μη αναφερόμενα στις συνθήκες, μετά στα μεγάλα ως στρατιωτικοποιημένα και πρόσφατα να θεωρείται πρόκληση ακόμη και η επίσκεψη της Προέδρου της Δημοκρατίας στο Καστελόριζο!).

4. Η Ελλάδα ήταν σε όλες τις παραπάνω κρίσεις απελπιστικά μόνη. Παρά τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. που δεν αξιοποιήθηκε ποτέ βάσει σχεδίου, παρά τις κατά καιρούς συμμαχικές υποσχέσεις αλλά και τους σκανδαλωδώς δαπανηρούς και εκ του αποτελέσματος ατελέσφορους εξοπλισμούς, η Ελλάδα αφέθηκε να τα βγάλει πέρα μόνη. Και άλλοτε λόγω συγκυρίας αλλά συχνά και με δικούς της άσκοπους και επιπόλαιους λεονταρισμούς που στη συνέχεια ξεφούσκωναν απότομα και υποτιμητικά μπροστά στους στρατιωτικούς εκβιασμούς της γείτονος, διευκόλυνε τους τρίτους «επιτήδειους» μεσολαβητές να πετυχαίνουν την εκτόνωση της κρίσης με εντελώς ασύμμετρες μεταξύ τους υποχωρήσεις των δύο γειτόνων. Στα εθελότυφλα μάτια των τρίτων, το πολυδιάστατο μέγεθος Τουρκία έπαιζε πάντα τον ρόλο του, γέρνοντας τη ζυγαριά των συμφερόντων τους αισθητά υπέρ της.

5. Εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, ο παράγοντας χρόνος στη διμερή αντιπαράθεση έτρεξε συστηματικά σε βάρος μας. Εγκλωβιστήκαμε στο βολικά παραλυτικό «δεν διεκδικούμε τίποτα» αναβάλλοντας διαρκώς τις αναγκαίες προετοιμασίες και αποφάσεις, επικαλούμενοι ένα «σίγουρα καλύτερο» μέλλον – που όμως από μόνο του δεν μπορούσε να προκύψει…

Ενώ η Τουρκία εργαζόταν μεθοδικά χτίζοντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική και αξιοποιούσε τον χρόνο με συμμαχίες, μια σύγχρονη πολεμική μηχανή και βιομηχανία και «σκαλίζοντας δημιουργικά» κάθε ελληνοτουρκικό έγγραφο από το 1821, η Ελλάδα δυστυχώς δεν χάραξε σοβαρή στρατηγική, πάλευε συνήθως με ακατέργαστες «ιδέες της στιγμής» και άφησε τον χρόνο να κυλά και τις ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες, περιμένοντας τον από μηχανής θεό.

Βγαίνοντας από μια ακόμη επικίνδυνη κρίση με άγνωστους τους όρους της αποκλιμάκωσης και βαδίζοντας προς νέους γύρους διερευνητικών επαφών εν μέσω ανησυχητικών ψιθύρων και με διαμετρικά αντίθετες τις απόψεις των δύο πλευρών, μένει προς το παρόν να ευχηθούμε τουλάχιστον να μην επαναληφθεί το παρελθόν. Αξίζουμε κάτι καλύτερο.

* Καθηγητής διεθνών σχέσεων και πρ. υφυπουργός Εξωτερικών (2004-2009)

 

Πηγή: efsyn.gr

armynow.gr google news

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ