Μάχη Κιλκίς-Λαχανά: Ο Εύζωνας Δεκανέας Γ. Κοκκίνης, του 1ου Συντάγματος Ευζώνων διηγείται…

ΜΑΧΗ ΚΙΛΚΙΣ - ΛΑΧΑΝΑ ΔΙΗΓΗΣΗ

Γράφει ο Φώτης Σαραντόπουλος

19/21 Ιουνίου 1913 – Μάχη Λαχανά, 1ο Σύνταγμα Ευζώνων

(Διήγηση του Εύζωνος Δεκανέα Γιώργου Κοκκίνη, 9ο Τάγμα Ευζώνων, 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, 6η Μεραρχία [1])
Παρουσιάστηκα στο Τάγμα στις 17 Σεπτεμβρίου, πρώτη μέρα της επιστράτευσης. Και δεν θα σας κρύψω ότι λαχταρούσα τη στιγμή που θα με καλούσε η Πατρίδα ξανά στα όπλα. Γιατί είχα πολεμήσει και το 1897 και είχα μέσα μου βαριά τη ντροπή της ήττας εκείνης. Και τώρα στα 37 μου, αισθανόμουν ακόμα γερός και χρήσιμος. Είχα πάρει και «σαρδέλα», και είχα γίνει Δεκανέας.
Ο 1ος Βαλκανικός Πόλεμος ήταν σαν περίπατος, σε σχέση με το 2ο. Αλλά πολύ μακρύς περίπατος!
Ξεκινήσαμε από τα Τρίκαλα, και στις 6.30 το πρωί της 6ης Οκτωβρίου περάσαμε τα σύνορα της Μελούνας και στις 17.00 φτάσαμε στην Τσαρίτσανη, όλο κέφι, σαν να πηγαίναμε εκδρομή. Ο Αντισυνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόπουλος, Διοικητής του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, του Συντάγματός μας, είχε σημειώσει τότε στο ημερολόγιό του:
«Ο καιρός καλός, η υγεία των ανδρών εξαίρετη παρά την μεγάλην έλλειψιν ύδατος και τροφής.
Πειθαρχία καλή, ουδείς παρετηρήθη ή εγόγγυσεν δια την στέρησιν ή την κόπωσιν.»
Και ο «περίπατος» συνεχίστηκε. Μέχρι να φτάσουμε στα Γιαννιτσά [2], ας είναι καλά οι συνεχείς πορείες και η πείνα, δεν είχε μείνει επάνω μου ούτε ίχνος λίπους, όλοι οι μυς μου διαγράφονταν καθαρά, και ένοιωθα σαν εικοσάρης.
Στα Γιαννιτσά είχαμε τις πρώτες απώλειες και ήταν βαριές. Εκεί έπεσε ηρωικά και ο Διοικητής μας, ο Τχης Νικόλαος Γεωργούλης, καθώς και ο Υπασπιστής του, ενώ τραυματίστηκαν τρεις Αξιωματικοί και ένας Ανθυπασπιστής. Αλλά κυριεύσαμε 8 πυροβόλα και 4 πολυβόλα. Χάσαμε όμως 4 Αξιωματικούς και 21 Οπλίτες, ενώ τραυματίστηκαν 4 ακόμη Αξιωματικοί και 122 Οπλίτες.
Στη μάχη αυτή ξοδέψαμε πάνω από 36.000 σφαίρες, τόσο σκληρή ήταν! Αλλά μας έγινε η μεγάλη τιμή, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, να παρελάσουμε πρώτοι στην Θεσσαλονίκη, συνοδεύοντας τον έφιππο Αρχιστράτηγο και το Επιτελείο του, έχοντας επί κεφαλής μας το άλογο του ήρωα Ταγματάρχη μας, με κρεμασμένο το σπαθί, χωρίς τον καβαλάρη.
Και στα Γιάννινα, κερδίσαμε αιώνια δόξα, όταν με το νέο μας Διοικητή, τον ήρωα Βελισσαρίου, σπείραμε τη νύχτα της 20ης Φεβρουαρίου τον πανικό στους Τούρκους με την τολμηρή μας διείσδυση, και τους αναγκάσαμε να παραδοθούν [3].
Και πήραμε τα Γιάννινα και παρελάσαμε και πάλι πρώτοι, με τίμημα μόνο 9 νεκρούς και 1 Αξιωματικό και 62 οπλίτες τραυματίες [4], έχοντας ρίξει μόνο 20.750 σφαίρες! Οι συνολικές απώλειες του Συντάγματός μας στον 1ο Βαλκανικό, ήταν 4 νεκροί και 37 τραυματίες Αξιωματικοί, 65 νεκροί και 427 τραυματίες Οπλίτες.
Ήταν σοβαρές οι απώλειες αυτές, αλλά, σας το λέω από τώρα, δεν ήταν τίποτα μπροστά στην εκατόμβη του 2ου Βαλκανικού. Που μόνο «περίπατος» δεν ήταν. Αλλά καιρός να σας πω με λεπτομέρειες τι έγινε στον πόλεμο αυτό, αρχίζοντας με τη μεγάλη μάχη που δώσαμε στο Λαχανά.
Τη μέρα που ξέσπασε ο 2ος Πόλεμος, Δευτέρα 17 Ιουνίου του ’13, ήμασταν στο Ασβεστοχώρι. Έκανα την απογευματινή μου βόλτα, μαζί με τον γιατρό του Συντάγματος τον κ. Χριστόπουλο [5], που είχε έρθει με φύλλο πορείας πριν λίγες μέρες, όταν πήραμε τη Διαταγή ότι σε μισή ώρα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση. Ίσα που πρόλαβα να μαζέψω τους άνδρες μου και τα πράγματά μου, και στις 7 μμ το Σύνταγμα ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Οι χωρικοί μας αποχαιρέτησαν με δάκρυα στα μάτια. Συγκινητικός ήταν και ο αποχαιρετισμός του Ταγματάρχη μας του Βελισσαρίου με τη γυναίκα του.
«Τι τα θέλεις τα φιλιά; Μου τα δίνεις σαν γυρίσω» της είπε, δίχως να κατέβει από το άλογό του. Και εκείνη ψύχραιμη, τον χαιρέτησε κουνώντας το χέρι.
Δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ [6].
Το Σύνταγμα αναχώρησε για τα υψώματα των χωριών Στάνοβο και Λαϊνά, όπου είχαμε εντολή να εγκαταστήσουμε προφυλακές και να επαγρυπνούμε για το φόβο νυχτερινής επίθεσης.
Ένας Λόχος του δικού μας Τάγματος έμεινε να φυλάει την οδό Θεσσαλονίκης – Ασβεστοχωρίου.
Όλη τη νύχτα ακούγαμε πυροβολισμούς από τη Θεσσαλονίκη και το πρωί μάθαμε ότι οι Βούλγαροι που ήταν εκεί παραδόθηκαν.
Ήρθε και η Διαταγή ότι άρχιζε η αντεπίθεση. Πριν ξεκινήσουμε, παρατάχθηκε όλο το Τάγμα κατά Διμοιρίες και μας μίλησε ο Βελισσαρίου. Με φωνή και με βλέμμα που δεν έκρυβαν την αγανάκτησή του για την άτιμη Βουλγαρική επίθεση, μας είπε τα εξής:
«Τιμημένα παλληκάρια μου. Αυτή τη στιγμή λάβαμε διαταγή να επιτεθούμε κατά του άλλου μεγάλου εχθρού της Πατρίδας μας, του πλέον μυαρού και του πλέον αγρίου. Εσείς, που ηρωικά κάνατε ως τώρα το καθήκον σας, τιμώντας τα όπλα σας και την Πατρίδα, καλείσθε να τιμωρήσετε τον άγριο αυτό εχθρό, που σφάζει τους αδελφούς μας, πυρπολεί τις πόλεις μας και τα χωριά μας και ατιμάζει τις γυναίκες μας. Έγραψε στις σημαίες του “Εμπρός στην Αθήνα”. Και εμείς λοιπόν παιδιά, εμπρός στη Σόφια! Εμπρός! Το έχω κάνει όρκο στο Χριστό και στην Παναγιά. Το θέλει κι ο κουμπάρος. Στη Σόφια! Ούτε ρουθούνι να μη μείνει από δαύτους στη Μακεδονία μας!»
«Ζήτου ι Ταγμτάρχ΄ς»
«Ζήτου του Ηυζωνικό!»
«Στη Σόφια!»
«Ζήτου ι Κουμπάρ’ς!»
Προωθηθήκαμε ανάμεσα στην 1η ΜΠ και το 18ο ΣΠ της δικής μας 6ης ΜΠ. Μια τρίωρη βροχή ήταν καλοδεχούμενη, γιατί βοήθησε να πέσει λίγο η ζέστη και να δροσιστούμε. Την επόμενη ημέρα, Τετάρτη 19 Ιουνίου, ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση από τις 4 πμ. Γεμάτοι κέφι, σαν να επρόκειτο να πάμε εκδρομή.
Η Διαταγή μας ήταν να προελάσουμε κατά μήκος της οδού των Σερρών, με «αντικειμενικό σκοπό» την κατάληψη του υψώματος 605.
Ξεκινήσαμε κατά τις 6 πμ, με εμπροσθοφυλακή το Τάγμα μας το 9ο, πίσω το υπόλοιπο Σύνταγμα, και μετά τα άλλα δύο Συντάγματα της Μεραρχίας, το 17ο και το 18ο και μία Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού. Στο δρόμο συναντούσαμε Τούρκους χωρικούς, που μας ξεπροβόδιζαν. Μακριά μπροστά μας βλέπαμε τον καπνό από την Πέροβα, την Ελληνικότατη Πέροβα, που της είχαν βάλει φωτιά οι Βούλγαροι. Πολλοί από μας είχαν περάσει όμορφα στην Πέροβα, και τώρα καταριόμασταν τους Βούλγαρους.
Η ζέστη γινόταν πιο δυνατή όσο ανέβαινε ο ήλιος, και πριν το μεσημέρι σταματήσαμε στη Γιουβέσνα [7] για ανάπαυση.
Εκεί βρήκε την ευκαιρία να μας συγκεντρώσει ο Διοικητής μας, ο Ανχης Παπαδόπουλος, για να μας μιλήσει:
«Αξιωματικοί και Οπλίτες [8]
Δεν θα προσπαθήσω, ούτε καν θα αποπειραθώ να διεγείρω τον ενθουσιασμό σας ή να υπενθυμίσω το ιερώτατο καθήκον προς την Πατρίδα. Μετά από 14 νικηφόρες μάχες κατά των Τούρκων … θεωρώ άκαιρο να απευθύνω προς εσάς πομπώδεις εκφράσεις και λόγια που ενθουσιάζουν … η επιθυμία μου, εμένα του Συνταγματάρχη και συμπολεμιστή σας, είναι τα κατορθώματά σας να είναι τέτοια που να δικαιώσουν τις προσδοκίες του Βασιλιά και συμπολεμιστή μας, να εκπλήξουν τον κόσμο όλο και να γίνουν δίδαγμα για τις επόμενες γενεές Ελλήνων.
Οι πρώην σύμμαχοί μας οι Βούλγαροι, λένε ότι δεν μας λογαριάζουν και ότι σε μια μέρα θα μπουν στη Θεσσαλονίκη.
Αλλά εμείς τους ξέρουμε καλά.
Θα τους ξεφτιλίσουμε από την πρώτη μάχη και σ’ ένα μήνα θα μπούμε στη Σόφια, με τα εμβατήρια να τιμούν το αήττητο Σύνταγμά μας, όπως τότε στα Γιάννινα.
Και σεις Στρατιώτες του Τάγματος Κρητών 
[9]
που πρώτη φορά θα πολεμήσετε μαζί μας, ξέρω ότι δεν θα υστερήσετε από τους Ευζώνους συναδέλφους σας.
Είμαι βέβαιος, αφού είστε Κρητικοί κι ο Ταγματάρχης σας είναι ένας Κολοκοτρώνης!
Να επιτίθεστε πάντα με ακατάσχετη ορμή και ούτε να σκεφτείτε ποτέ να κάνετε ένα βήμα προς τα πίσω. Ένα βήμα διαφέρει μόνο η νίκη από την ήττα. “Η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς” λέει ένα ρητό. Αλλά εγώ σας λέω ότι “οι τολμηροί δημιουργούν την τύχη τους”. Είμαι βέβαιος ότι, πριν δύσει σήμερα ο ήλιος, θα νικήσουμε νίκη περήφανη και θα εμπνεύσουμε τόσο φόβο στον εχθρό που όποτε μας βλέπει θα φεύγει τρέχοντας να σωθεί.»
2.750 Οπλίτες και Αξιωματικοί, όλη η δύναμη του Συντάγματος, ξεσπάσαμε σε ζητωκραυγές.
«Ζήτου ι Συνταγμτάρχ΄ς»
«Ζήτου ι Βασιλιάς μας!»
«Στη Σόφια πηδιά!»
«Ζήτου κι οι λεβέντις της Κρήτ’ς !!!»
«Ζήτω οι τσολιάδες!»
Και όλο το Σύνταγμα έπιασε το τραγούδι μας «αύριον πάω στον πόλεμον».
Κάναμε το σταυρό μας και ξεκινήσαμε.
Και πριν τις 1.30 μμ, συναντήσαμε τα πρώτα εχθρικά τμήματα, στα υψώματα πριν το χωριό Κλέπε [10]. Ολόκληρο το Σύνταγμα μπήκε στη μάχη, πήραμε το Κλέπε, αλλά και τα Στεφάνια και το Καρατζάκιοϊ [11].
Τα εχθρικά πυροβόλα, μη βρίσκοντας αντίπαλο, αφού τα δικά μας δεν μπορούσαν να ταχθούν στις χαράδρες, έριχναν μέχρι την ύστατη ώρα. Οι Βούλγαροι, κατάπληκτοι από την ορμή μας, υποχωρούσαν για να σωθούν προς το 605. Μερικοί γενναίοι και όσοι δεν προλάβαιναν, μείνανε για πάντα στα χαρακώματά τους, λογχισμένοι από τους αγριεμένους Ευζώνους και τους Κρήτες. Η λόγχη ανέτρεψε τη λογική του πολέμου, που έλεγε ότι ακάλυπτο Πεζικό δεν μπορεί να επιτεθεί σε περιχαρακωμένο πεζικό και πυροβόλα.
Στη μάχη αυτή μια σφαίρα χτύπησε το τακούνι του Ταγματάρχη μας και στη συνέχεια τραυμάτισε το άλογό του, τον αγαπημένο του «Μαύρο».
Πύρρος ήταν το όνομά του, αλλά όλοι τον φωνάζαμε «Μαύρο», μέχρι που το κόλλησε κι ο Βελισσαρίου.
Με αυτόν είχε γυρίσει όλη την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Και τώρα είχε διαμπερές τραύμα στην κοιλιά και αιμορραγούσε. Προς στιγμή, ο Μαύρος γονάτισε αλλά μετά σηκώθηκε ξανά.
«Βάστα ρε Μαύρο» είπε δακρυσμένος ο καβαλάρης του. Ανέβηκε καβάλα σ’ ένα ύψωμα. Ο Μαύρος άρχισε να τρέμει και δε βάστηξε άλλο.
«Έπεσε ο Βελισσαρίου»
Έτρεχα μπροστά με την Ενωμοτία μου και στο άκουσμα παγώσαμε όλοι.
«Δεν είνι τίπουτις, ου Μαύρους λαβώθηκι … Είνι καλά ου αρχηγός!»
«Εμπρός παιδιά! Μαζί με τον Ταγματάρχη μας!»
Ουφ, δεν ήταν τίποτα, ήταν καλά ο ίδιος. Δακρυσμένος, κοίταζε το άλογό του που υπέφερε, καθώς το αίμα έτρεχε ποτάμι από την κοιλιά του.
Χάιδεψε το κεφάλι του, τον φίλησε, και μετά έκοψε μερικές τρίχες από το κάτω μέρος της ουράς του, αυτής της μακριάς μαύρης ουράς που είχε και παρατσούκλι «η κοτσίδα της τσούπας» και τις έβαλε σ’ ένα παλιό πορτοφόλι που είχε …
«Κύριε Ταγματάρχα, γιατί κόψατε τρίχες από το κάτω μέρος της ουράς και όχι από την χαίτη;» τον ρώτησε ο Υπασπιστής του.
«Γιατί αυτές οι τρίχες εσκούπισαν όλην την Ήπειρον και την Μακεδονίαν, και θα τις φυλάξω μαζί με τα μαλλιά του παιδιού μου [12] 
Καημένε Μαύρε…
Πόσες φορές αγκαλιαστήκαμε στο θάνατο …
Και τώρα φεύγεις πρώτος. Ποιος ξέρει;»
Σκούπισε τα δάκρυά του, σηκώθηκε, άλλαξε άλογο και συνέχισε να μάχεται έφιππος με το σπαθί στο χέρι [13].
«Εμπρός παιδιά μου! Δεν είναι τίποτα!»
«Ημπρός τσουλιάδις! Να τους δείξουμι τους γουρναραίοι, που βαράν τα έρμα τα ζωντανά …»
«Εμπρός μωρέ σύντεκνοι! Να τσι δείξουμε τους γουρουνάδες!» φώναζαν από δίπλα κι οι Κρητικοί.
Σφίγγαμε το μάνλιχερ, σφίγγαμε τα δόντια και προχωρούσαμε. Η καρδιά μας χτυπούσε πιο δυνατά από τα κανόνια τους. Οι Βούλγαροι πυροβολούσαν και κορόιδευαν. Βρίσκονταν σε ψηλότερες θέσεις και πλεονεκτούσαν. Ένας από αυτούς ήξερε Ελληνικά και φώναζε:
«Ελάτε κορόιδα … Ελάτε πιο κοντά να σας σκοτώσουμε πιο εύκολα!»
Το στόμα είναι μια πύλη. Αν νοιώθεις ότι πάει να μπει μέσα σου ο φόβος, το κλείνεις σφιχτά, όσο ν’ ακούς τα δόντια σου να τρίζουν. Αν νοιώθεις ότι δεν έχεις τι άλλο να φοβηθείς, τ’ ανοίγεις και βγαίνουνε βρισιές και κοροϊδίες.
«Μωρέ θάρθου κοντά και θα σι κάν’ να φτύσ’ του γάλα της μάνας σ’»
«Κάνε το σταυρό σ’, γιατ’ εσένα θα λουγχίσω πρώτονε!»
Οι Κρήτες του 3ου καθηλώθηκαν στο Καρατζάκιοϊ αλλά τα 2 Ευζωνικά Τάγματα συνέχισαν προς το 605, καταδιώκοντας τον εχθρό. Ο Παπαδόπουλος πίεσε το 3ο Τάγμα να προχωρήσει κι αυτό:
«Εμπρός παιδιά μου! Εμπρός δια της λόγχης! Απόψε θε να κοιμηθούμε στην κορυφή του βουνού!»
«Επάνω τους παιδιά! Χτυπάτε τους αρκουδιαραίους! Φάτε τους με τα δόντια» φώναζαν οι Λοχίες.
Ο λόφος του 605 φάνταζε ψηλός και απότομος μέσα στο πεδινό τοπίο, σαν να είχε χυθεί προς τα κάτω. Δυο μεγάλες βαθιές χαράδρες τον σχίζουν κάθετα και το πράσινο στα χείλη των χαραδρών θυμίζει όπως ξεχύνεται προς τα κάτω τον Ομηρικό ιχώρα, το αιθέριο υγρό που είναι το αίμα των θεών και των αθανάτων. Οι Βούλγαροι δεν φαντάζονταν ότι το ύψωμα αυτό μπορούσε να παρθεί με τη λόγχη. Αλλά δεν υπάρχει ύψος που να μην το φτάνει η ψυχή του Ευζώνου. Επιτεθήκαμε και με τα 3 Τάγματα και πριν τις 5 η ώρα πήραμε το 605.
Και στήσαμε χορό σαν φτάσαμε στην κορυφή. Κι ένας Εύζωνος που είχε τραυματιστεί στο πόδι, δεν με άφηνε να δέσω το τραύμα του, παρά μου έβαλε τις φωνές γιατί του έκρυβα τη … θέα:
«Ουρέ κάμ’ απού κει! Μη μ’ πιάνεις τουν τόπ’ σ λιέου, και δεν γλέπω του χορό!»
Μας έβαλε σε τάξη ο Βελισσαρίου:
«Κύριοι Λοχαγοί, να παραταχθεί αμέσως το Τάγμα!»
Σαν παραταχθήκαμε, εκεί που περιμέναμε ν’ ακούσουμε συγχαρητήρια, αυτός μας μάλωσε!
«Δεν σας αγαπώ. Δεν αξίζετε τίποτα! Κανένας σας δεν έκανε τίποτα. Μοναχά αυτός εδώ είναι για φίλημα και για παράσημο!» είπε, δείχνοντάς μας έναν Δεκανέα των πολυβόλων.
«Τι έκανεν αυτούνους Καπ’τάνιε;» ρώτησε ένας Εύζωνος.
«Μόλις σας είπα “γιουρούσ’ μωρέ παλιόκορμα”, αυτός εδώ επήγε σέρνοντας με την κοιλιά από τα πίσω στον Βούλγαρο τον πολυβολητή, και τούμπηξε τη λόγχη. Και μας εγλύτωσε όλους από το παλιομηχάνημα που σπέρνει βόλια και γεμίζει τον τόπο κορμιά. Αυτό έκαμε!»
«Ταχιά τα λέμε στου Λαχανά» απάντησε ο Εύζωνος, με ύφος που ήθελε να δείξει ότι δεν θεώρησε και σπουδαίο το κατόρθωμα του Δεκανέα.
Ο Βούλγαρος πολυβολητής, που βρέθηκε πεσμένος πάνω στο πολυβόλο του, κρατώντας ακόμη την ταινία στο χέρι, αιφνιδιάστηκε εντελώς. Η επίθεση με τη λόγχη σε πολυβόλο, δεν περιγράφεται σε κανένα στρατιωτικό εγχειρίδιο. Την τακτική αυτή τη γέννησε η πολεμική ευφυΐα του Έλληνα Στρατιώτη.
Η έφοδος στο 605 θα μείνει στην Ιστορία.
Μπροστά 24 τρουμπέτες, πίσω η Σημαία, μετά η πρώτη γραμμή με «εφ’ όπλου λόγχη» και πίσω οι υπόλοιποι, με τα όπλα «επ’ ώμου», βαδίζοντας με βήμα σαν σε παρέλαση.
«Μη χαλάσει το βήμα, το νου σας το βήμα!» φώναζε ο Βελισσαρίου.
Το άψογο βήμα ήταν η ιδιοτροπία του.
Σαν άρχισαν οι εχθρικές οβίδες, δόθηκε το παράγγελμα για «αραίωση» και «ακροβολισμό». Μετά, συνεχίσαμε με άλματα και άρχισε η ανταλλαγή πυρών.
Η μάχη ήταν σκληρή, και το 8ο ΤΕ έχασε τον Διοικητή του, τον Τχη Γεώργιο Ιατρίδη, που σκοτώθηκε ακαριαία από εχθρική οβίδα, που σχεδόν τον αποκεφάλισε, ενώ τραυματίστηκε ελαφρά από θραύσμα και ο Παπαδόπουλος, που πολεμούσε μαζί μας στην πρώτη γραμμή. Από το Τάγμα μας τραυματίστηκε ένας Διοικητής Λόχου. 40 νεκρούς και 180 τραυματίες είχε το Σύνταγμά μας τη μέρα εκείνη [14].
Μόνο αν σταθεί στην κορυφή του 605 ή ίσως κι από το ύψος της Μονής του Αγίου Γεωργίου, μπορεί κανείς να συλλάβει την έκταση, τη σημασία και την τρέλα αυτής της γιγαντομαχίας. Υπήρξαν στιγμές που το τουφέκι και η λόγχη δώσανε τη θέση τους στα χέρια, τα νύχια και τα δόντια. Γιατί οι Βούλγαροι, και πρέπει να το πούμε αυτό, πολέμησαν πολύ σκληρά.
Και αν σας φαίνεται σκληρό το θέαμα ενός Έλληνα κι ενός Βούλγαρου Στρατιώτη που πέθαναν αλληλολογχισμένοι, προσπαθείστε να φανταστείτε το θέαμα δύο Στρατιωτών που σκοτώθηκαν αγκαλιασμένοι, γκρεμισμένοι στα βράχια, καθώς πιάστηκαν στα χέρια και κατρακύλησαν μαζί. Και έτσι αγκαλιασμένοι στο θάνατο, να έχουν ακόμη μπηγμένα τα νύχια τους, ο ένας στο πρόσωπο του άλλου …
Το Τάγμα Κρητών ανέφερε ότι είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά του. Και εμείς είχαμε ολόκληρο Σύνταγμα απέναντί μας και χρειαζόμασταν ενισχύσεις. Ήρθε ευτυχώς η νύχτα και σταμάτησε η μάχη. Θάψαμε τους νεκρούς μας και έγινε ανεφοδιασμός σε πυρομαχικά. Συσσίτιο ούτε ήρθε ούτε μας έλειψε. Με μια γαλέτα και νερό ξεγελούσαμε την πείνα μας. Ήρθε και σύνδεσμος από την 1η Μεραρχία ο Λοχαγός Πάγκαλος [15], και ο Βελισσαρίου του εξήγησε πώς είχε η κατάσταση. Ενημερώθηκε και η Μεραρχία μας και συμφωνήθηκε να γίνει κοινή επίθεση νωρίς το επόμενο πρωί.
Και μια λεπτομέρεια που αξίζει να σας αναφέρω: Για την ταφή των νεκρών, αναγκαστήκαμε να … επιτάξουμε μερικούς Τούρκους χωριάτες. Αλλά οι «επιταγμένοι», με το Μουφτή τους που μιλούσε Ελληνικά, μας έθεσαν όρους:
«Θα σας βοηθήσουμε ή θα το κάνουμε και μόνοι μας, αλλά με έναν όρο: Μόνο τους Έλληνες θα θάψουμε. Βουλγάρους δεν θάβουμε. Θα τους αφήσουμε να τους φάνε τα κοράκια. Αρκούδες και ψωρόσκυλα δεν θάβουμε εμείς!»
Αναγκαστήκαμε να αγγαρέψουμε μερικούς αιχμαλώτους να κάνουν την ταφή των δικών τους, αφού οι Τούρκοι δεν το συζητούσαν …
Τη νύχτα εκείνη γνωρίστηκα με έναν Εύζωνο του 8ου, ονόματι Φούντα, από την Άμπλιανη. Μου διηγήθηκε την επίθεση του Τάγματος τους στο 605.
«Είχαμε Ταγματάρχ’ τουν Ιατρίδ’. Με την ξιφουλόγχ’ από 100 βήματα, πέσαμ’ απάνω τους σα λυσασμέν’. Τους πέσαμε στο κοντό, τους φέραμε γυροβολιά, άει και τους πετσοκόψαμε. Τους πήρ’ ου διάολος του μπατέρα!
Ου Ιατρίδ’ μας φώναζε να φυλαγόμαστε, το νου σας μας έλεγε.
Αλλά ποιος τον άκουγ’ εκείνη την ώρα …»
«Είν’ αλήθεια ότι φοβόντουσαν περισσότερο τους Ευζώνους οι Βούλγαροι;» τον είχα ρωτήσει, λες και δεν ήξερα την απάντηση.
«Αν μας φοβούντουσαν λέει; Μας τρέμαν’. Σαν μας είδαν να ζυγώνουμ’ κόψαν δεξιά να πέσουν στα χέρια των φαντάρων του δικάτου ουγδόου που ήταν πιο κει. Είχαν γλέπ’ς καταλάβ’, τι φίδι κολοβό θα τους έτρουγ’ αν τους παίρναμ’ εμείς στο κοντό, και προτίμησαν τους φαντάρους …»
Θυμάμαι πόσα είχα γελάσει με τη διήγησή του. Αλλά είχε και συνέχεια.
«Στην επίθεσ’ απάνου, έπιασα ιέναν αιχμάλωτου, τον ίδιο που μ’ είχε λαβώσει λίγου πριν. Μετά, τον λυπήθηκα, και τον άφησα κει κοντά μου ελεύθερο. Κι ο κερατάς, μου έριξι μια πέτρα εδώ δεξιά στο στήθους, αν μ’ έπαιρνε στο ζερβί, απάνου στην καρδιά, αντίο Θανάση Φούντα, θα μι σχωρνούσατε τώρα … Πάει να φύγει, τον προλαβαίνου, και τούριξα δυο κλωτσές με το τσαρούχ’, έπεσε κάτου απ’ το φόβο τ’ και δεν ματακίνησε του ζαγάρ …»
Με τούτο και με τ’ άλλο, πέρασε η νύχτα και στις 5.45 το πρωί της 20ης Ιουνίου ξεκίνησε η επίθεση. Οι πρωινές περίπολοι είχαν αναφέρει ότι στις εχθρικές θέσεις δεν παρατηρείται καμία κίνηση.
Οι Βούλγαροι δεν μπορούσαν να αντισταθούν άλλο και υποχωρούσαν προς τη Λιγκοβάνη [16].
Ασφαλίσαμε τους λόφους δίπλα στο 605 και συνεχίσαμε. Ο εχθρός κατείχε ισχυρές θέσεις στην κορυφογραμμή από Λιγκοβάνη μέχρι το ύψωμα 625. Επιτέθηκε κατά μέτωπο το 8ο Τάγμα, με επί κεφαλής τον Λοχαγό Χριστοφόρου που πήρε τη θέση του Ιατρίδη, και από αριστερά επιτέθηκε το δικό μας Τάγμα. Σαν πλησιάσαμε, με το που σήμαναν έφοδο οι σαλπιγκτές, οι Βούλγαροι άφησαν τις θέσεις τους και συνέχισαν να υποχωρούν προς το Λαχανά, χωρίς να δώσουν άλλη μάχη.
Ο Ανθυπασπιστής Ηλιόπουλος με τη Διμοιρία του, αιφνιδίασε έναν ολόκληρο Βουλγάρικο Λόχο και συνέλαβε 4 Αξιωματικούς, 4 Υπαξιωματικούς και 206 Στρατιώτες. Ανάμεσά τους ο Τχης Γεωργώφ κι ο Υπασπιστής του Συντάγματος Ι. Σαρίνσκη, που μόλις τον παρουσίασαν στον Διοικητή του Λόχου, τον Λοχαγό Παλαιοδημόπουλο, έσκυψε κι άρχισε να του φυλάει τα πόδια, ζητώντας να του χαρίσει τη ζωή του!
«Κύριε Υπολοχαγέ, εντρέπομαι να βλέπω Αξιωματικόν να σέρνεται κάτω κατά τοιούτον τρόπο. Οι Αξιωματικοί πρέπει να είναι γενναίοι και εν τη αιχμαλωσία. Μόνος αι γυναίκες συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρεσθε εσείς» απάντησε ο Παλαιοδημόπουλος [17].
Ο Γεωργώφ του ζήτησε να του δώσει τα χρήματά του προς φύλαξη. Ο Έλληνας Λοχαγός δεν κατάλαβε γιατί, αλλά δέχτηκε και ο Βούλγαρος του έδωσε 4 χαρτονομίσματα των 25 δραχμών. Την επομένη που ήταν να μεταφερθούν οι αιχμάλωτοι στη Θεσσαλονίκη του τα επέστρεψε, και τότε κατάλαβε:
«Επεθύμουν να δώσω κάτι εις τον Λοχαγόν δια τας περιποιήσεις που μου έκανεν» είπε ο Γεωργώφ στον διερμηνέα.
«Πείτε εις τον Ταγματάρχην ότι μόνον Βούλγαρος Αξιωματικός ημπορούσε να κάμη τοιαύτην πρότασιν και μόνον τοιούτος θα ημπορούσε να δεχθή να λάβη χρήματα. Οι Έλληνες, που γνωρίζουν να θυσιάζουν την ζωήν των εις την ιδέαν, είναι ανώτεροι χρημάτων!» απάντησε ο Παλαιοδημόπουλος.
«Τότε ας μου επιτρέψη ο κ. Λοχαγός να του χαρίσω τον χάρτην μου» είπε ο Γεωργώφ.
«Περιέχει την Σόφιαν;»
«Μάλιστα»
«Ε, τότε δέχομαι ευχαρίστως, διότι θα μου χρειασθή!»
Χωρικοί από τη Λιγκοβάνη έρχονταν κοντά μας, φωνάζοντας γεμάτοι χαρά:
«Ζήτω η ελευθερία! Ζήτω οι Τσολιάδες!»
Κι από παντού βλέπαμε να πηγαινοέρχονται Βούλγαροι που τα είχαν χαμένα και δεν ήξεραν πού να πάνε, καθώς από τη μία τους κυνηγούσαμε εμείς, από την άλλη η 1η Μεραρχία. Για να τους πιάσουμε αιχμαλώτους, κάναμε ένα κόλπο. Βάλαμε έναν Βούλγαρο αιχμάλωτο πάνω σ’ ένα ύψωμα να φωνάζει «ελάτε από δω, εδώ είμαστε κι άλλοι …» και τους πιάναμε σαν τα ψάρια που, μέσα στη νύχτα, τρέχουν προς το φως από το πυροφάνι …
Οδηγήσαμε τους αιχμαλώτους στον Βελισσαρίου. Σαν ψάρια είχαν πιαστεί, σαν ψάρια τρέμανε μπροστά του. Αλλά αυτός τους μίλησε με μεγαλοψυχία:
«Μη φοβάστε, εμείς είμαστε Έλληνες. Δεν είμαστε άγριοι ούτε βάρβαροι. Δεν είμαστε Βούλγαροι εμείς, να σκοτώνουμε αιχμαλώτους. Όσο κρατούσατε όπλα ήμασταν εχθροί. Τώρα είμαστε φίλοι.»
Οι αιχμάλωτοι ενθουσιάστηκαν τόσο, που άρχισαν να φωνάζουν «Ούρρα, ούρρα» και να βρίζουν τον Φερδινάνδο και τον Ντάνεφ, δίνοντάς μας ευχές να μπούμε στη Σόφια και να τους κρεμάσουμε και τους δύο ανάποδα!
Αφού ξεκουραστήκαμε λίγο, κινηθήκαμε κατά τις 2 μμ προς Λαχανά, έχοντας δεξιά μας το 17ο Σύνταγμα Πεζικού. Δεχθήκαμε πυρά Πυροβολικού και η προώθηση διακόπηκε. Με μικροεπιθέσεις, για να προκαλούμε τα πυρά τους, προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τις θέσεις των εχθρικών πυροβόλων. Τα εντοπίσαμε και ζητήσαμε ενισχύσεις από το Σύνταγμα για να επιτεθούμε. Αλλά στη Μεραρχία αγνοούσαν τις εξελίξεις, και μας διέταξαν να σταματήσουμε, επιτιμώντας το Συνταγματάρχη, ότι με την προώθησή του μπορούσε να προκαλέσει «ολέθρια αποτελέσματα».
Όμως αυτός ενεργούσε σύμφωνα με τις πρωινές διαταγές, αγνοώντας ότι στο μεταξύ ο Μέραρχος είχε διατάξει να εγκαταστήσουμε προφυλακές και να συνδεθούμε με την 1η ΜΠ. Μείναμε στις θέσεις μας, ανταλλάσσοντας πυρά πεζικού με τους Βουλγάρους ως τις 9 τη νύχτα που δεν βλέπαμε άλλο και σταματήσαμε. Συμμορφωθήκαμε, αλλά αυτό ήταν λάθος, αφού επέτρεψε στον εχθρό να σταθεροποιηθεί και να οργανώσει καλύτερα την άμυνά του στον Λαχανά. Και τα πυροβόλα τους μας χτυπούσαν ανενόχλητα.
Όλοι οι Αξιωματικοί ήταν έξαλλοι για την απουσία του Πυροβολικού. Γνώριζαν ότι πίσω από τη λοφοσειρά ήταν συγκεντρωμένες 3 Πεδινές Μοίρες μας με 23 πυροβόλα. Αλλά οι πυροβολητές δεν τολμούσαν να περάσουν ακάλυπτοι τον αμαξιτό δρόμο, που βαλλόταν με δραστικά πυρά. Οι Αξιωματικοί του Πεζικού ήταν απόλυτοι:
«Οφείλουν να περάσουν και ας μείνουν στο δρόμο τα μισά κανόνια.»
Η απαίτηση του Πεζικού ήταν λογική. Ο Μέραρχος κάλεσε τους Διοικητές των Μοιρών [18]. Τους πρόσταξε να περάσουν με κάθε θυσία το βαλλόμενο κομμάτι του δρόμου, που ήταν ίσα με 1.500 μέτρα, για να βοηθήσουν το Πεζικό. Άδικα προσπαθούσε να του εξηγήσει ο Διοικητής του Πυροβολικού Ανχης Πετμεζάς ότι δεν ήταν δειλία αλλά η σιγουριά ότι θα έχαναν τα περισσότερα πυροβόλα, αν προσπαθούσαν να περάσουν ακάλυπτοι. Δήλωσε στον Μέραρχο ότι δεν αναλάμβανε την ευθύνη να διατάξει «να διέλθουν εζευγμένες Πυροβολαρχίες επί οδού επισημασμένης και βαλλομένης δραστικώς».
«Ρουθούνι δεν θα μείνει, ούτε άνδρες, ούτε άλογα, ούτε κανόνια» λέγανε στο Μέραρχο οι Διοικητές του Πυροβολικού [19]. Τέσσερεις Συνταγματάρχες είχαν φτάσει σε αδιέξοδο, και κανένας δεν έπαιρνε την απόφαση.
Η κατάσταση χειροτέρεψε περισσότερο σαν βράδιασε. Το 5ο Σύνταγμα της 1ης Μεραρχίας αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά από ισχυρή εχθρική επίθεση, και η κατάσταση συγκρατήθηκε χάρη στην αποφασιστική στάση του Λοχαγού Οθωναίου που ήταν Υπασπιστής του Συντάγματος. Σαν νύχτωσε κι η δεύτερη μέρα της μάχης, διαπιστώσαμε ότι είχαμε 80 άνδρες εκτός μάχης στο Τάγμα και 2 Διοικητές Λόχων τραυματίες. Οι δύστυχοι τραυματίες διανυκτέρευσαν στην ύπαιθρο. Εκείνα τα γαϊδούρια οι τραυματιοφορείς ούτε φάνηκαν. Θα λουφάριζαν πιο πίσω στην ασφάλεια, μαζί με τα μεταγωγικά που μας άφησαν νηστικούς. Ούτε ψωμί … Από τα υπολείμματα που κουβαλούσαμε στους γυλιούς μας, ίσα που αναλογούσε μια κουραμάνα σε κάθε 10 άτομα. Αλλά ας μας άφηναν να πάρουμε τα πυροβόλα που μας σφυροκοπούσαν κι ας μην είχαμε ούτε ψίχουλο. Και έκανε κρύο δυνατό, εξ ίσου δυνατό με τον καύσωνα της ημέρας.
Ένας Λόχος του Τάματος Κρητών, προσπάθησε να κινηθεί στο σκοτάδι, και οι Βούλγαροι που τους αντιλήφθηκαν άρχισαν να βάλλουν ομοβροντίες στην τύχη, «πυρά απαγορεύσεως» όπως τα λένε στο Πυροβολικό, φοβούμενοι νυχτερινή επίθεση. Οι οβίδες τους πήγαιναν στο βρόντο, όπου νάναι. Κι εμείς απαντούσαμε φωνάζοντας «Αέρας!». Ήρθε Διαταγή να στείλουμε ανιχνευτές, να καταγράψουν τις εχθρικές θέσεις. Πώς να γίνει αυτό; Αν πηγαίναμε κοντά, θα μας παίρνανε σίγουρα χαμπάρι και θα μας διέλυαν. Τη λύση την έδωσε ως συνήθως ο Βελισσαρίου:
«Αφού δεν μπορείτε να πάτε σαν άνθρωποι, θα πάτε σαν πρόβατα!»
«Βελισσαρική τακτική.»
Πήραμε μερικά κουδούνια από τα μεταγωγικά, τα κρεμάσαμε στο λαιμό μας, και μπουσουλώντας φτάσαμε στις εχθρικές θέσεις. Οι σκοποί τους, νομίζοντας ότι ακούνε πρόβατα που ξεστράτισαν, δεν έδωσαν σημασία. Ευτυχώς που δεν ήταν πεινασμένοι σαν εμάς … Με τον τρόπο αυτό καταγράψαμε όλες τις θέσεις που είχαμε απέναντί μας. Γυρίσαμε πεθαμένοι από την κούραση, δεν αντεχόταν τόσο μπουσούλημα. Έδωσα αναφορά και προσπάθησα να βρω μια γωνιά να κοιμηθώ. Έφτιαξα ένα πρόχειρο στρώμα με χόρτα και στάχυα, έβαλα και το γυλιό για προσκεφάλι και είχα το καλύτερο κρεβάτι.
Ένας Εύζωνος που με είδε, έβαλε τα γέλια:
«Ο αφιλότιμους ο μάστορας, δεν τις έκανε καλές τις σούστες του κρεβατιού σ’ κυρ Δεκανέα …»
Παρ’ όλη την εξάντληση κοιμήθηκα «με το ένα μάτι»αγκαλιά με το μάνλιχερ, για το φόβο νυχτερινής αντεπίθεσης.
Σαν ξημέρωσε η τρίτη μέρα, ήμασταν όλοι στο πόδι από νωρίς. Αλλά μέναμε αδρανείς, χωρίς διαταγές. Ο εχθρός ξεθάρρεψε και άρχισε πάλι να βάλλει με τα πυροβόλα. Έστησε και τα πολυβόλα του και επιχείρησε κυκλωτική κίνηση στον τομέα του 3ου Τάγματος των Κρητών, χτυπώντας το και με δραστικά πυρά Πυροβολικού. Οι Κρητικοί είχαν βαριές απώλειες. Ο Αλμέιδας, ένας εθελοντής Στρατιώτης και πραγματικός τύπος αριστοκράτη, θέλοντας να εμψυχώσει τους συμπολεμιστές του, σηκώθηκε όρθιος την ώρα που θέριζαν τα πολυβόλα, λέγοντας:
«Βλέπετε;
Τίποτα δεν παθαίνω, στην τύχη ρίχνουνε …»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση και έπεσε χτυπημένος από 3 σφαίρες. Ξεψυχώντας, συνέχισε να ενθαρρύνει:
«Παιδιά, μη φοβάστε τον θάνατο. Εμπρός!»
Με προτροπή του Βελισσαρίου, ένας Λόχος του 8ου ΤΕ στάλθηκε σε ενίσχυση των Κρητών, καλύπτοντας το πλευρό τους. Και τα ορειβατικά πυροβόλα του γενναίου Ανσχη Παρνασσίδη, που ήταν από τους πρωτεργάτες του κινήματος στο Γουδή, προσπάθησαν να τραβήξουν επάνω τους τα πυρά του εχθρικού Πυροβολικού και το κατάφεραν. Όμως οι Βούλγαροι συνέχισαν να χτυπάνε τους Κρήτες με πυκνά και διασταυρούμενα πυρά πολυβόλων. Κλονίστηκαν και πάλι, αλλά με τις φωνές του Κολοκοτρώνη και τη βοήθεια και του Λόχου μας, ανασυντάχθηκαν ξανά.
Οι γενναίοι Κρητικοί του 3ου άρχισαν να ανεβαίνουν ξανά στα υψώματα, ψέλνοντας τον ύμνο της Κρήτης «από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη»!
Μπροστά τους πήγαινε ο Κολοκοτρώνης ψέλνοντας πιο δυνατά απ’ όλους!
Από την άλλη πλευρά, οι Βούλγαροι αντεπιτέθηκαν κι αυτοί. Είχαν δει νωρίτερα μονάδες μας που αποσύρονταν από την πρώτη γραμμή, για να κινηθούν προς ενίσχυση του μετώπου του Κιλκίς, και νόμισαν ότι υποχωρούσαμε. Αλλά την πάτησαν και έπαθαν μεγάλη ζημιά, χτυπημένοι από όλες τις πλευρές [20].
Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση ήταν ακόμη επικίνδυνη και η προέλαση της 6ης Μεραρχίας είχε σταματήσει.
Άρχισε να μας πιάνει ανυπομονησία και εκνευρισμός από την αδράνεια. Ένα Βουλγαρικό αεροπλάνο που πέταξε από πάνω μας, τράβηξε τα θυμωμένα πυρά μας, αλλά γλύτωσε και η αστοχία μας έφερε περισσότερο εκνευρισμό. Αν και μερικοί τσολιάδες, αντί να το πυροβολούν, προτιμούσαν να δείχνουν στον πιλότο τα αχαμνά τους, σηκώνοντας τις φουστανέλες.
Ο Μέραρχος της 1ης Μανουσογιαννάκης, υπό τις διαταγές του οποίου τέθηκε τη μέρα εκείνη και η δικιά μας Μεραρχία, ήθελε να επιτεθούν μαζί οι δύο Μεραρχίες στις 3 μετά το μεσημέρι, μετά από σύντομη προπαρασκευή Πυροβολικού.
Η είδηση προκάλεσε ενθουσιασμό και κάθε τόσο κοιτούσαμε τα ρολόι μας. Κάτω από τον ίσκιο ενός δένδρου, αδιαφορώντας για τις οβίδες και τις σφαίρες, ο Βελισσαρίου με τον Κολοκοτρώνη συζητούσαν τις λεπτομέρειες της επίθεσης. Λίγο πιο πέρα, ο Υπασπιστής του Συντάγματος έφεδρος Ανθγός Χρυσάφης, τραυματίστηκε από έκρηξη οβίδας, καθώς έγραφε τη Διαταγή που του υπαγόρευε ο Συνταγματάρχης Παπαδόπουλος. Τη θέση του πήρε αμέσως ο Υπολοχαγός Τυρογιάννης.
Σε λίγο έφτασε η είδηση της πτώσης του Κιλκίς, που σκόρπισε ενθουσιασμό στις γραμμές μας. Οι Εύζωνοι του 8ου, με δάκρυα στα μάτια, ορκίζονταν να εκδικηθούν το θάνατο του Ταγματάρχη τους του Ιατρίδη. Και όσο περνούσε η ώρα, γινόμασταν πιο ανυπόμονοι.
Ο Μέραρχός μας Σχης Δελαγραμμάτικας, μετά από εισήγηση του Επιτελάρχου Τχη Χατζηανέστη, βλέποντας ότι θα χρειαστεί και άλλο Πυροβολικό για την επίθεση, έδωσε γραπτή Διαταγή στους Διοικητές των Μοιρών να προωθήσουν 4 Πεδινές Πυροβολαρχίες από την αμαξιτή οδό. Οι Διοικητές Πυροβολικού δυστρόπησαν, λέγοντας ότι οι Πυροβολαρχίες θα συντριβούν από τα εχθρικά πυρά.
«Να πείτε στον κύριο Μέραρχο ότι το ζήτημα είναι τεχνικό και ότι παίρνει πάνω του μεγάλη ευθύνη, αν καταστραφούν οι Πυροβολαρχίες» είπαν στον σύνδεσμο που τους μετέφερε τη διαταγή.
Ο Μέραρχος έγινε θηρίο.
«Πήγαινε πες τους να προελάσουν αμέσως και, αν αρνηθούν, να παραδώσουν σ’ εσάς τους Επιτελείς τη Διοίκηση των Πυροβολαρχιών» είπε στους Λοχαγούς Επιτελείς του που έστειλε σαν συνδέσμους.
«Και να μου ετοιμάσουν το άλογο, γιατί θα παρακολουθήσω αυτοπροσώπως την κίνηση!»
Οι σύνδεσμοι βρήκαν τους Συνταγματάρχες του Πυροβολικού, μαζί με όλους τους Αξιωματικούς, κοντά στο δρόμο, όπου είχαν παραταχθεί μία πίσω από την άλλη οι Πυροβολαρχίες, έτοιμες για κίνηση. Ανακοίνωσαν ξερά την εντολή του Μεράρχου και πρόσθεσαν:
«Αν διστάζετε, αφήστε τα κανόνια σ’ εμάς. Έχουμε εντολή να τα περάσουμε.»
«Κανείς δεν αρνείται» βροντοφώναξε περήφανα ο Διοικητής της επί κεφαλής Πυροβολαρχίας Λοχαγός Αμβράσογλου.
Πράγματι κανείς Πυροβολάρχης δεν αρνιόταν. Ίσως αυτό να περίμεναν. Μία Πυροβολαρχία χτυπήθηκε τυχαία από εχθρικά βλήματα και εξουδετερώθηκε. Αλλά σχεδόν αμέσως, όλες οι άλλες μπήκαν σε κίνηση σύμφωνα με το σχέδιο. Κάθε όχημα έφτανε «βάδην» ως την κορυφογραμμή και από εκεί εξορμούσε καλπάζοντας στο δεξιό του δρόμου προς την καλυπτόμενη ζώνη, στη ρεματιά της Λιγκοβάνης, κρατώντας απόσταση 60 μέτρων από το προηγούμενο. Κάθε πυροβόλο ή βλητοφόρο που θα χτυπιόταν, θα σταματούσε και θα σερνόταν στο δεξιό του δρόμου, ενώ οι άνδρες και τα γερά άλογα θα καλύπτονταν στις γειτονικές ρεματιές.
Το εχθρικό Πυροβολικό χτυπούσε μανιασμένα με σφοδρά πυρά, κάθε όχημα που εμφανιζόταν, και πυκνή σκόνη και καπνός κάλυπταν τη βαλλομένη ζώνη. Το θέαμα ήταν φοβερό αλλά και μεγαλειώδες. Ο δρόμος είχε πάρει φωτιά. Όλοι οι Αξιωματικοί του Στρατηγείου και οι Διοικητές του Πυροβολικού παρακολουθούσαν με αγωνία, χωρίς να μπορούν να διακρίνουν τι γίνεται. Αλλά το ίδιο ίσχυε και για τους Βούλγαρους πυροβολητές, που είχαν τα πυροβολεία τους στα ανατολικά του λόφου. Πυκνός καπνός από τις εκρήξεις και σκόνη από τους καλπασμούς τόσων αλόγων κάλυπταν τα πάντα.
Θεωρητικά, οι απώλειες έπρεπε να είναι μεγάλες. Θα ήταν μεγάλη τύχη αν τα μισά πυροβόλα κατάφερναν να περάσουν. Και όμως, από τα τριάντα και πάνω οχήματα που πέρασαν, μόνο τρία χτυπήθηκαν από τις εχθρικές οβίδες και από αυτά μόνο ένα βλητοφόρο χτυπήθηκε καίρια ώστε να μην καταφέρει να περάσει. Έγινε μάλιστα και κάτι, που μόνο σε θαύμα μπορούσε να αποδοθεί. Μία οβίδα είχε πλήξει το εφόλκαιο ενός βλητοφόρου, διέτρησε τους κάλυκες μερικών οβίδων, αλλά δεν έσκασε. Αν παίρνανε φωτιά οι οβίδες, δεν θα έμενε τίποτα, ούτε βλητοφόρο ούτε άνδρες ούτε άλογα. Μέσα σε μία ώρα, 16 πυροβόλα είχαν ταχθεί σε εξαίρετες θέσεις και καλές αποστάσεις, ως 2.500 μέτρα από τα εχθρικά χαρακώματα και τα πυροβολεία του Λαχανά.
Την επιτυχή τάξη του Πυροβολικού δεν την είχε αντιληφθεί ο Βελισσαρίου και ανησυχούσε μήπως αναβληθεί η επίθεση! Έστειλε λοιπόν γραπτή αναφορά στον Συνταγματάρχη μας:
«9ον Τάγμα Ευζώνων, δυτικώς Λαχανά,
21 Ιουνίου 1913, ώρα 2.32 εσπέρας
Κύριον Διοικητήν 1ου Ευζωνικού Συντάγματος
Καίτοι η ώρα της επιθέσεως έχει πλησιάσει, εν τούτοις δεν ακούω εισέτι την διαταχθείσαν δι’ αυτήν έναρξιν του ισχυρού πυρός Πυροβολικού. Εν τοιαύτη περιπτώσει τι γεννήσεται επίθεσις; Εγώ, εννοείται, θα συμμορφωθώ εις δοθείσαν Διαταγήν και άνευ της παρασκευής ταύτης, τα αποτελέσματα όμως της οποίας δεν δύναμαι να προΐδω.
Ο Διοικητής του Τάγματος
ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ Ταγματάρχης»
Αλλά ο Συνταγματάρχης δεν ανησυχούσε και απάντησε κι αυτός γραπτά:
«Διοικητής Συντάγματος, νοτίως Λαχανά,
21 Ιουνίου 1913, ώρα 2.45 εσπέρας
Ταγματάρχην Βελισσαρίου
Το Σύνταγμά μου, και ιδία ο Ταγματάρχης αυτού Βελισσαρίου και τα παλληκάρια του, ουδέποτε εθεώρησαν απαραίτητον κατά τις μέχρι τούδε νικηφόρους επιθέσεις των, την σύμπραξιν του Πυροβολικού. Επιτεθείτε ως διέταξα και δια της ακατασχέτου ορμής σας, ως πάντοτε, και Θεία συνάρσει, ου μόνον θα εκτοπίσωμεν τον εχθρόν αλλά και θα εξευτελίσωμεν αυτόν.
Καλήν αντάμωσιν, διότι είμαι βέβαιος ότι θα αφιχθώμεν συγχρόνως και θα δώσωμεν τας χείρας επί των οχυρωμάτων του δασώδους λόφου.
Συστήσατε εις τους πτερόποδας άνδρας σας το αδιάλειπτον κυνήγημα του εχθρού μετά την εκτόπισίν του από των κατεχομένων υπ’ αυτού θέσεων.
Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Αντισυνταγματάρχης»
Πάντως δεν χρειάστηκε να επιτεθούμε χωρίς Πυροβολικό. Στις 2.50 ακριβώς, τα πυροβόλα μας άρχισαν να βάλουν, χτυπώντας εύστοχα τις εχθρικές θέσεις και σκορπίζοντας ενθουσιασμό. Επί τέλους, είχαμε και κανόνια. Τα εχθρικά πυροβόλα απάντησαν αλλά στον βρόντο, καθώς δεν είχαν εντοπίσει τις θέσεις των δικών μας.
«Ζήτου του Πυρουβουλικό!»
«Λιανίστι τους πηδιά!»
Ο Βελισαρίου μοίρασε τις τελευταίες εντολές του:
«Παιδιά, δεν θα χασομερήσουμε πολύ σ’ αυτή τη δουλειά! Μ’ ένα άλμα με βήμα προσβολής, θα βρεθούμε σε απόσταση εφόδου … θα ρίξουμε μια μονή μπαταριά [21]… κι από κει λόγχη, πολεμική κραυγή … κι άγιος ο Θεός!»
Ξεκάθαρες και απλές εντολές, που μπορούσε να καταλάβει κάθε Εύζωνος. Σαν σάλπισαν οι σάλπιγγες το «Εμπρός!», πεταχτήκαμε από τις θέσεις μας πρώτοι και καλύτεροι.
«ΕΦΟΔΟΟΟΟΟΣ !!! Απάνου τους πηδιά !!!»
«Απάνου τους Μαύροι Δαίμονες [22]!!!»
Με γοργό βήμα κάναμε το άλμα, εκμεταλλευόμενοι το ότι οι Βούλγαροι θα ήταν ακόμη καλυμμένοι στα χαρακώματα, για να γλυτώσουν από τις οβίδες μας. Μέχρι να σηκώσουν κεφάλι και ν’ αρχίσουν να ρίχνουν, η κίνησή μας ολοκληρώθηκε. Φτάσαμε σε απόσταση εφόδου, 300 μέτρα από την πρώτη γραμμή τους. Το εχθρικό πυρ είχε εξασθενίσει σημαντικά, καθώς συνεχιζόταν ο βομβαρδισμός των θέσεών τους. Σαν είδε τον σαλπιγκτή μας, τον Δεκανέα Βλάχο, να φυλάγεται, ο Βελισσαρίου έσκυψε από το άλογό του, τον άρπαξε από τον γιακά και τον κράτησε ορθό μπροστά στους Βουλγάρους να σαλπίζει επί 5 λεπτά το σάλπισμα «Εμπρός δια της λόγχης».
«Βάρα Βλάχο, βάρα και μη σταματάς!»
Σύμφωνα με τις εντολές μας, ρίξαμε τη «μπαταριά» με τα μάνλιχερ, βάλαμε τις λόγχες, και χυμήξαμε με αλαλαγμούς στα πρώτα χαρακώματα που ήταν στην πλαγιά, ενώ ο Βελισσαρίου φώναζε για να μας εμψυχώνει:
«Βλέπετε μωρέ; Οι σφαίρες δεν μας χτυπάνε, μόνο η καρδιά χτυπάει!»
Ορμήσαμε με «εφ’ όπλου λόγχη», βάζοντας στα πόδια μας φτερά. Ο ήλιος έκαιγε αλλά δεν μας ένοιαζε. Μόνο να φτάσουμε στα εχθρικά χαρακώματα μια ώρα αρχύτερα. Και σε κείνα τα διαολεμένα τα πυροβόλα που μας είχαν κάνει τόση ζημιά. Το πρωί, είχαμε ξανά προσπαθήσει να τα πάρουμε αλλά δεν τα καταφέραμε. Ο Βελισσαρίου είχε στείλει σημείωμα στον Παπαδόπουλο, ότι ισχυρές δυνάμεις πεζών εμπόδιζαν την προέλαση. Και ο Παπαδόπουλος είχε απαντήσει με σημείωμα που περιείχε δύο μόνο λέξεις:
«Πήδησέ τους!»
Η ώρα λοιπόν είχε φτάσει για το «πήδημα».
«Εις τα πυροβόλα!» φώναξε ο Ταγματάρχης μας!
Πίσω μας τρέχανε οι Κρητικοί του Κολοκοτρώνη και δίπλα τους οι Εύζωνοι του 8ου. Και δίπλα στο Σύνταγμά μας, τρέχανε οι Στρατιώτες του 18ου ΣΠ, και το 3ο Τάγμα του 17ου, λες και βάζαμε αγώνα ποιος θα φτάσει πρώτος! Από δεξιά, συμμετείχε στον «αγώνα» και το 4ο ΣΠ της 1ης Μεραρχίας, που είχε Διοικητή τον Σχη Παπακυριαζή [23], που ήταν μπατζανάκης του Βελισσαρίου, αλλά είχαν λογοφέρει και ανταλλάξει λόγια σκληρά στο Σαραντάπορο [24].
Μη ρωτήσετε ποιοι νίκησαν γιατί θα πει ότι δεν καταλάβατε ακόμη τίποτα.
Φτάσαμε στα 50 μέτρα από τα χαρακώματα και οι περισσότεροι Βούλγαροι το βάζανε στα πόδια. Ήταν του 16ου Συντάγματός τους, του περίφημου «Lovchanski» που ανήκε στην 1η Ταξιαρχία της 10ης Μεραρχίας του, παλιοί γνώριμοί μας από το 605, που είχαν γνωρίσει την τρέλα και τις λόγχες μας.
Μόνο ένας Λόχος τους έμεινε στις θέσεις του, με έναν γενναίο Βούλγαρο Υπολοχαγό που τράβηξε το ξίφος του και παρότρυνε τους άνδρες του να αντεπιτεθούν.
Ο Βελισσαρίου, βλέποντάς τον, σημάδεψε με το πιστόλι και τον σκότωσε, λέγοντας:
«Έτσι σκοτώνονται τα παλληκάρια … Μπράβο του!»
Βλέποντας τον Διοικητή τους να πέφτει, οι Βούλγαροι λιγοψύχησαν.
«Τους φάγαμε! Τους φάγαμε, τσάκισαν!» φώναξε ο Βελισσαρίου και ρίχτηκε μόνος σ’ ένα εχθρικό μπουλούκι πυροβολώντας και αποδεκατίζοντάς τους.
Οι σφαίρες περνούσαν δίπλα του, αλλά δεν τον άγγιζαν. Τον σέβονταν κι αυτές! Ορμήσαμε όλοι στα χαρακώματα να ξετρυπώσουμε και τους τελευταίους. Οι λόγχες μας βάφτηκαν στο αίμα.
Ο Βελισσαρίου ανέβηκε σε μία μεγάλη πέτρα και φώναζε:
«Μπράβο σας παλληκάρια Εύζωνοι. Ο Σταυρός μας βοηθάει. Σταθείτε ένα λεπτό και κοιτάτε δεξιά και αριστερά και ιδήτε τι γίνεται. Ξεπεράσαμε την Ιστορία του Εικοσιένα.»
Η μάχη γινόταν σώμα με σώμα και οι λόγχες βάφονταν στο αίμα. Βογγητά και φωνές αλλοφροσύνης γέμιζαν τ’ αυτιά μου. Δεν έλεγχα πια τον εαυτό μου.
«Όχι! Όχι έτσι!»
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και το φώναξα αυτό.
Από ποια βάθη σκοτεινά της ψυχής μου βγήκε αυτή η φωνή και τόσο μίσος;
«Είναι τιμή τους η λόγχη … Έτσι για, με τον υποκόπανο!» συνέχισα.
Το μάνλιχερ, πιασμένο από την κάννη, στριφογύρισε στον αέρα, και κατέβηκε με ορμή στο κεφάλι ενός Βούλγαρου Λοχία, θρυμματίζοντάς το. Ένα φριχτό ΚΡΑΚ ακούστηκε και ο εχθρός σωριάστηκε άψυχος.
«Γεια σου κυρ Δεκανέα!» φώναξε ο Τσολιάς μου ο Ρούπας [25], καθώς χτυπούσε με δύναμη έναν άλλο Βούλγαρο στο πρόσωπο με τον υποκόπανο.
«Γεια σου κι εσένα λεβέντη Ρούπα! Δεν πρέπει να βρωμίζουμε με άτιμο αίμα τις λόγχες που θα κρατήσουμε για ενθύμιο του πολέμου!»
Μέσα και δίπλα στα εχθρικά ορύγματα, γέμισε ο τόπος από κορμιά που σφάδαζαν, μέσα σε λίμνες αίματος και λάσπης. Οι εχθροί δεν άντεξαν τόση αλλοφροσύνη, πέταγαν τα τουφέκια τους και τόβαζαν στα πόδια. Αλλά ούτε κι εγώ άντεχα να συνεχίσω το φριχτό παιχνίδι του θανάτου. Σαν είδα το κοντάκι του μάνλιχερ λερωμένο με αίματα και μυαλά, με έπιασε κρύος ιδρώτας και τρέμουλο. Στο μυαλό μου ήρθε το πρόσωπο του Λοχία, λίγο πριν το χτύπημα.
Ήταν όμορφος ή έπαιζε το μυαλό μου παιχνίδια;
Είχε μάνα; Γυναίκα που τον περίμενε;
Τι τα σκέφτεσαι τώρα αυτά; Γεμάτος ταραχή, σκούπισα το κοντάκι στα ρούχα ενός νεκρού και συνέχισα αμίλητος, ακολουθώντας τους τσολιάδες μου, χωρίς να μιλήσω ξανά.
Στη μάχη, το αίσθημα του θριάμβου απέχει ελάχιστα από τη φρίκη. Το ότι σκότωσες αυτόν που θα σε σκότωνε, δεν αρκεί για να ξεχάσεις το πρόσωπό του …
Λίγο παραπέρα σ’ ένα πολυβολείο, είδα δυο Βούλγαρους μέσα στα αίματα. Θα είχαν λογχιστεί πάνω από 10 φορές ο καθένας. Ήταν πολυβολητές και είχε ξεσπάσει επάνω τους η οργή των Κρητικών, για το θανατικό που είχαν σπείρει νωρίτερα. Ένας από αυτούς, ίσως και να θέλησε να παραδοθεί, αλλά ήταν πια αργά. Οι «σύντεκνοι» αστειευόντουσαν …
«Γιατί σήκωνε ψηλά τα σέρια του αυτός, μωρέ σύντεκνε;»
«Θα προσευχόταν στο Θεό να τόνε συγχωρέσει ζζα τα κρίματά του»
«Μωρέ με τη μασσέρα ήθελε αυτός ο κερατάς. Να του τα κόψουν σύριζα τα ρημάδια τα παλιόσσερα …»
Και ένας Λοχίας Εύζωνος, σχολίαζε:
«Πριν τη μάχη, είχα την ιδέα πως δύο πουλυβόλα μπορούν να καν’ καλά ίσα με δέκα χιλιάδις άντρες. Μα σαν είδα να τα παίρνουμ’ με τη λόγχ’, πάει, έχασα ούλη την εχτίμηση που τους ειχ’»
Σε όλη τη διάρκεια της μάχης, ο Βελισσαρίου ήταν ακάλυπτος για να μας εμψυχώνει. Ο αγώνας ήταν σύντομος αλλά φοβερός, ιδιαίτερα στην τελική φάση του, τη «μάχη εκ του συστάδην». Δυο πυροβόλα τους βάλανε μέχρι την τελευταία στιγμή, σχεδόν «εξ επαφής», ρίχνοντας βολιδοφόρες με «ρυθμιστή μηδέν». Πριν ρίξουν τις τελευταίες οβίδες, φτάσαμε στις θέσεις τους και τα πήραμε με τη λόγχη, αυτά και άλλα δύο που είχαν παρατήσει οι πυροβολητές τους!
Και δε σταματήσαμε εκεί.
Στις 16.00, μια ώρα μετά το σάλπισμα της εφόδου, το Τάγμα μας, μαζί με δύο Λόχους του 8ου ΤΕ που είχαν διατεθεί σε εμάς, μπήκε πρώτο στο Λαχανά, όπου πήραμε 2 ακόμη κανόνια που δεν πρόλαβαν να τα ζέψουν και να τα σώσουν οι γουρουνομύτες. Τα παράτησαν για να γλυτώσουν.
Συνεχίσαμε την καταδίωξη και πέρα από το χωριό, μαζί με τον 1ο Λόχο του 4ου ΣΠ [26], χωρίς να τους δώσουμε χρόνο να ανασυνταχθούν. Πάθανε μεγάλο πανικό και κρυβόντουσαν στα δάση. Οι Εύζωνοι είχαν πάρει φόρα:
«Πού είσαι κύριε Ταγματάρχα, έλα να μας πηνέψεις του Δικανέα πούσφαξε τουν πουλυβολητή …»
Αλλά σαν προχώρησαν λίγο ακόμη, είδαν μπροστά τους σ’ ένα δασάκι τον Βελισσαρίου, καβάλα στο άλογο, να τους περιμένει …
«Μωρ’ ηυτούνος είνι σατανάς, δεν είνι άνθρωπους … Τρέχει πιο μπροστά κι από τις σφαίρες μας …»
Στις 16.15 ο Βελισσαρίου έστειλε σήμα στο Σύνταγμα:
«Εκτοπίσας τον εχθρόν εκ του δυτικού της οδού δασώδους λόφου, καταδιώκω αυτόν κατά πόδας.
Πυροβολικόν εχθρού φεύγει προτροπάδην.
Ευζώνοί μου τρέχουν ως ζαρκάδια ακαταπόνητοι.»
Ο Λοχίας Παπαζαχαρίου, που τραυματίστηκε μπροστά στα εχθρικά πυροβόλα, έδεσε μόνος το τραύμα του και έτρεξε να βρει τη Διμοιρία του που καταδίωκε Βουλγάρους. Ο Ανθυπολοχαγός Μπάφας της Διμοιρίας πολυβόλων, μετέφερε τα 4 πολυβόλα του και τα έταξε σε θέσεις που να σαρώνουν καλύτερα την αμαξιτή οδό Λαχανά Σερρών, που σύντομα γέμισε με νεκρούς και τραυματίες Βουλγάρους, και με κάθε λογής υλικά, όπλα και άμαξες με εφόδια.
Ο Υποστράτηγος Μανουσογιαννάκης, που διοικούσε το «Τμήμα Στρατιάς» στο οποίο ανήκαν η 1η και η 6η ΜΠ, πρόσταξε να ανασυνταχθούν οι Μεραρχίες και να καταυλιστούν συγκεντρωμένες στον Λαχανά, σε αναμονή νέων Διαταγών του Κωνσταντίνου. Και έστειλε τον Επιτελάρχη του, τον Λοχαγό Πάγκαλο, να κοινοποιήσει τη Διαταγή στον Συνταγματάρχη μας. Ο Πάγκαλος νόμιζε ότι θα βρει το Σύνταγμά μας λίγο παραπάνω και με έκπληξη διαπίστωσε ότι είχαμε διανύσει πολλά χιλιόμετρα. Πάνω στον δρόμο των Σερρών, συνάντησε πρώτα την εφεδρεία μας, το Τάγμα των Κρητών. Ο Διοικητής του Τάγματος αυτού, ο ήρωας Κολοκοτρώνης, σαν άκουσε τη Διαταγή, του απάντησε περήφανα:
«Δεν αφήνεις γι’ αργότερα την κοινοποίηση της Διαταγής, να προλάβουμε να ξεκαθαρίσουμε λίγους Βούλγαρους ακόμη;»
Μοιρασμένα σε μικρά τμήματα, τα Ευζωνικά Τάγματα κυνηγούσαν τον εχθρό φρενιασμένα και τον αποδεκάτιζαν την ώρα εκείνη.
Αλλά και ο Συνταγματάρχης μας ο Παπαδόπουλος, παρόμοια απάντηση έδωσε στον Πάγκαλο:
«Τι έκανε λέει; Ν’ αφήσουμε το γάμο και να πάμε για πουρνάρια; Δεν είμαστε καλά! Για να φωνάξουμε τον Βελισσαρίου, να ιδούμε τι λέει κι αυτός!»
Ο Βελισσαρίου έφτασε ιδρωμένος, σκονισμένος και μπαρουτοκαπνισμένος. Και όλοι μαζί, Παπαδόπουλος, Κολοκοτρώνης και Πάγκαλος, κάνανε μαζί του συμβούλιο.
«Η δίωξη πρέπει να εξακολουθήσει και τη νύχτα …» φώναξε ο Βελισσαρίου.
«… Πρέπει να πάμε τους Βουλγάρους κυνηγώντας ως τον Στρυμόνα και να πάρουμε τα γεφύρια της Κουμάριανης και του Όρλιακου.
Όλα τα’ άλλα είναι χαζομάρες!»
Η εξέλιξη της μάχης απέδειξε πόσο δίκιο είχε ο Βελισσαρίου.
Αν είχαμε πάρει τα γεφύρια, δεν θα τα κατέστρεφαν οι Βούλγαροι, όπως έγινε αργότερα, όταν ξαναβρήκαν το θάρρος τους και, βλέποντας ότι σταματήσαμε την καταδίωξη, κατάφεραν να ανασυνταχθούν ανενόχλητοι. Και για να περάσουμε αργότερα τον Στρυμόνα, με τους Βούλγαρους οχυρωμένους, χρειάστηκε να χύσουμε πολύ αίμα.
Αλλά η Διαταγή ήταν Διαταγή και καθώς άρχισε να σκοτεινιάζει, κατά τις 7 μμ σταματήσαμε στο τελευταίο ύψωμα της πεδιάδας των Σερρών, στο χωριό Μπάσκιοϊ [27], 2 ώρες δρόμο από το Όρλιακο.
Η παραφροσύνη σταμάτησε. Το αίμα έπαψε να κοχλάζει και ήρθε η ώρα να μετρηθούμε. Και από τη δύναμη του Συντάγματος, έλειπε ο ένας στους πέντε.
Είχαμε 3 Αξιωματικούς και 249 Οπλίτες νεκρούς, 13 Αξιωματικούς και 430 Οπλίτες τραυματίες. Ανάμεσά τους, ο Διοικητής του 8ου Τάγματος Ιατρίδης και όλοι πλην ενός οι Διοικητές Λόχων του Τάγματος των Κρητών. Τα μάνλιχερ και τα πολυβόλα μας ρίξανε 186.886 σφαίρες στο τριήμερο της μάχης.
Αλλά νικήσαμε. Και πιάσαμε και 438 αιχμαλώτους, ανάμεσά τους 4 Αξιωματικούς. Και κυριεύσαμε και 6 πυροβόλα με τα κλείστρα ανέπαφα. Δύο από αυτά ήταν ακόμη γεμάτα, με τους πυροβολητές τους, που προσπάθησαν να αμυνθούν, λογχισμένους.
Και πήραμε και άφθονο πολεμικό υλικό.
Και στο Λαχανά έγινε τρικούβερτο γλέντι με τα πρόβατα που βρήκαμε. Για πότε βάλαμε τις σούβλες ούτε που πρόλαβε κανείς να καταλάβει. Είχαμε να φάμε και να πιούμε τρεις μέρες. Ούτε νερό από τα πηγάδια και τα ρυάκια δεν παίρναμε, φοβόμασταν μην είναι χολερισμένο ή δηλητηριασμένο.
Στην έκθεση που έστειλε στο Υπουργείο Στρατιωτικών ο Κωνσταντίνος, είναι ολοφάνερη η περηφάνεια που ένοιωσε κι αυτός για τα ανδραγαθήματά μας:
«Αι δύο κατά Λαχανά επιχειρήσασαι Μεραρχίαι είχον την ημέραν αυτήν βαρυτάτην αποστολήν και σκληρότατον αγώνα.
Μετά μεγίστης προσπαθείας κατώρθωσαν να τάξωσι το Πυροβολικόν αυτών και μετ’ αλεπαλλήλους εφόδους κατώρθωσαν να κυριεύσωσι δια της λόγχης τα υψώματα του Λαχανά άτινα ο εχθρός υπερήσπισε μετά λύσσης.
Αληθείς κατακόμβας εστοίχισαν αι έφοδοι αυταί εις τα ηρωικά μας Συντάγματα, αλλ’ η καταστροφή του εχθρού υπήρξεν τελεία καίτοι ήτο ούτος αριθμητικώς σχεδόν ισοδύναμος, ήτοι 16 τμημάτων Πεζικού μετά 24 πυροβόλων.
Ο εχθρός εκτιναχθείς εκ των θέσεών του ετράπη εις φυγήν προς την κατεύθυνσιν της γέφυρας Όρλιακο, αφήσας εις χείρας ημών δώδεκα πυροβόλα, πολυβόλα και άλλα είδη οπλισμού.
Τα στρατεύματα ημών κατεδίωξαν αυτόν μέχρι Μπάσκιοϊ, ένθα έταξαν προφυλακάς.»
Ο ψυχολογικός αντίκτυπος της νίκης μας ήταν τεράστιος.
Ήμασταν όλο κέφι και αυτοπεποίθηση.
Και για τους Βούλγαρους, που σαν μας βλέπανε κοντά τους με τις λόγχες, δεν άντεχαν και τόβαζαν στα πόδια, δεν λέγαμε «φεύγουν πανικόβλητοι», αλλά ότι «φεύγουν … τσαρουχόβλητοι».
Η τρομάρα τους ήταν τόση, που 2 μέρες μετά, ένας Τσολιάς των μεταγωγικών μάχης, ο Τσούκας, εκεί που πήγαινε να παραλάβει τρόφιμα, συνάντησε τυχαία 10 Βουλγάρους φυγάδες, που βάδιζαν προς το μέρος του. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, άρπαξε το όπλο και τους φώναξε:
«Αλτ! Στον τόπο! Μην κουνηθείτε γιατί θα διατάξω πυρ!»
Και τους έδειξε κατά τα χαμόκλαδα, όπου τάχα ήταν κρυμμένοι κι άλλοι Εύζωνοι. Ούτε πέρδικα δεν υπήρχε εκεί …
Οι Βούλγαροι προσπάθησαν να τρέξουν. Σημάδεψε ο Τσούκας και άφησε στον τόπο έναν από αυτούς. Οι άλλοι τρομοκρατήθηκαν και πέταξαν τα όπλα. Πήρε σχοινιά ο Τσούκας από τα μεταγωγικά, και τους έδεσε όλους, τον ένα πίσω από τον άλλο. Φόρτωσε και τα όπλα τους σ’ ένα μουλάρι, και τους έφερε στο Τάγμα συνοδεία. Σαν το έμαθε ο Μέραρχος, τον προβίβασε σε Δεκανέα και του άξιζε! Κι αν τον ρωτούσες τι συνέβη στους Βουλγάρους και γιατί τρόμαξαν τόσο σαν τον είδαν, αυτός απαντούσε με ύφος γιατρού:
«Είχαν προσβληθεί από οξεία τσαρουχίτιδα …»

Σχόλια – Παραπομπές

[1] Εύζωνος Δεκανέας Γιώργος Κοκκίνης, 9ο Τάγμα Ευζώνων, 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, 6η Μεραρχία, μυθιστορηματικός ήρωας. Η 6η ΜΠ είχε το 1913 3 Συντάγματα, το 17ο ΣΠ (Ανχης Δημήτριος Βασακάρης), το 18οΣΠ (Ανχης Γεώργιος Τερτίπης) και το 1ο Σύνταγ-μα Ευζώνων (Ανχης Διονύσιος Παπαδόπουλος), αποτελούμενο από το 8ο ΤΕ (Τχης Γεώργιος Ιατρίδης), το 9ο ΤΕ (Τχης Ιωάννης Βελισσαρίου) και το 3οΤάγμα Κρητών (Τχης Γεώργιος Κολοκοτρώνης). Στην 6η ΜΠ ανήκαν επίσης η Β’ Μοίρα Πεδινού Πυροβο-λικού (Ανχης ΠΒ Κωνσταντίνος Πετμεζάς), η 6ηΗμιλαρχία Ιππικού (Ίλαρχος Δημήτριος Βλασσόπουλος), ο 6ος Λόχος Μηχανικού (Λγός ΜΧ Νικόλαος Βεστάρης) και Διμοιρία Τηλεγραφητών.
[2] Ως τα Γιαννιτσά, το 9ο ΤΕ δεν συμμετείχε σε καμία σημαντική μάχη. Μία φορά μόνο, καθώς ήταν στην εμπροσθοφυλακή της 6ης ΜΠ κατά την κίνηση προς τα Σέρβια, δέχτηκαν πυρά Τουρκικού Πυροβολικού. Μία οβίδα έσκασε κοντά στον Διοικητή του Συντάγματος, αλλά όπως σημείωσε ο ίδιος στο ημερολόγιό του:
«Ίνα φρονηματίσω τους άνδρας μου και προλάβω πάσαν εν περιπτώσει ατυχήματος αταξίαν, εφώναξα με όλην την δύναμιν των πνευμόνων μου “Ζήτω η Πατρίς!”.
Τούτο είχεν ως αποτέλεσμα να ανακράζωσιν άπαντες οι στρατιώται μου “Ζήτω” μεθ’ εκάστην βολήν πυροβόλου.»
[3] Η τολμηρή διείσδυση του Βελισαρίου, αιφνιδίασε ακόμη και τον Συνταγματάρχη Ιωάννη Γιαννακίτσα, Διοικητή της Φάλαγγας στην οποία ανήκε το 9ο ΤΕ, ο οποίος επετίμησε τον Παπαδόπουλο και τον διέταξε να … υποχωρήσει! Όπως αναφέρει στο ημερολόγιό του ο Παπαδόπουλος «μετά το ιδιαιτέρως τιμητικόν δια το υπ’ εμέ Σύνταγμα γεγονός, δι’ ου ετίθετο τέρμα εις την Ηπειρωτικήν εκστρατείαν, έλαβον διαταγάς και υπέβαλον επίσης αναφοράς …
Αντί να αποσταλλώσιν ενισχύσεις προς εξασφάλισιν πλήρους επιτυχίας μας, λαμβάνομεν διαταγήν προς υποχώρησιν …
Αν ο Εσάτ Πασσάς αντελαμβάνετο ότι ήμεθα μόνον δύο Τάγματα και αν δι’ οιανδήποτε τυχαίαν αιτίαν δεν έσπευδε να παραδοθή, θα διατρέχαμεν τον έσχατον κίνδυνον, ως τελείως απομεμονωμένοι πανταχόθεν …»

Αργότερα πάντως, ο Διοικητής της Φάλαγγας έστειλε συγχαρητήριο σήμα προς τον Παπαδόπουλο: «Συγχαίρω υμάς δια την αποφασιστικότηταν της χθες προελάσεως των υφ’ υμάς προφυλακών, εις ην κατά μέγα μέρος οφείλεται η παράδοσις των Ιωαννίνων.»
[4] Πρόκειται για τις απώλειες και των 2 Ταγμάτων (8ου και 9ου ΤΕ).
[5] Κωνσταντίνος Χριστόπουλος, Ιατρός του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, συγγραφέας του βιβλίου «Πολεμικόν Ημερολόγιον εκ του Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου» (Εκδόσεις Κ. Δ. Βαρουξή, Πύργος 1914)
[6] Γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Στρατηγός Πάγκαλος: «Ευρισκόμεθα εις το Ασβεστοχώρι και διήρχετο εκ της κωμοπόλεως βαδίζον προς Γκιουβέζναν το ηρωϊκόν 1/38 Σύνταγμα του Παπαδοπούλου. Η σύζυγος του αειμνήστου Ταγματάρχου Βελισσαρίου (στενού φίλου μου) ευρίσκετο παραπλεύρως μου, εφ’ όσον είχε έλθη να επισκευθή διά τινας ημέρας τον σύζυγόν της, επωφεληθείσα της ειρηνικής περιόδου. Όταν ο Διοικητής του 9ου Τάγματος έφθασεν έφιππος μέχρις ημών, η σύζυγός του εζήτησε να σταματήση προς στιγμήν όπως τον αποχαιρετήση και ο Εθνικός εκείνος ήρως, σταματήσας προς στιγμήν, της είπε εκτός εαυτού εξ οργής και δεικνύων δια της χειρός του την πυρκαϊάν της καιομένης Μπέροβας: “Δεν έχομε καιρό για ασπασμούς, έχομε να εκδικηθούμε τ’ αδέλφια μας που σφάζει ο Βούλγαρος. Καλήν αντάμωσιν”. Και στρεφόμενος προς εμέ ο ήρως πρόσθεσε: “Σε παρακαλώ Θόδωρε, φρόντισε άμα καθαρίση η Θεσσαλονίκη να διευκολύνης την αναχώρησίν της δι’ Αθήνας”.
Η ατυχής κυρία είχε κακήν προαίσθησιν την στιγμήν εκείνην διότι μου είπε: “Προαισθάνομαι πως δεν θα τον ξαναϊδώ τον Γιάννη”.
Και όντως δεν τον επανείδε, διότι ο ηρωϊκός σύζυγός της έπεσε και ετάφη, εις τα παλαιά Βουλγαρικά σύνορα, κατά την τελευταίαν αιματηράν μάχην του πολέμου εις το ύψωμα 1378.»
[7] (η σημερινή Άσσηρος)
[8] (Η ομιλία είναι από το ημερολόγιο του Παπαδόπουλου, και έχει αποδοθεί σε νέα Ελληνική γλώσσα)
[9] (αναφέρεται στο 3οΤάγμα Κρητών του Τχη Γ. Κολοκοτρώνη, που ήταν Τάγμα Πεζικού και όχι Ευζώνων)
[10] (το σημερινό Λευκοχώρι)
[11] (οι σημερινές Καρτερές)
[12] Το 1907 ο Βελισαρίου είχε διοριστεί Δημαστυνόμος στη Σκόπελο (κάτι που τότε συνηθιζόταν για Αξιωματικούς του Στρατού, ελλείψει Αξιωματικών της Χωροφυλακής. Εκεί παντρεύτηκε την Χαρίκλεια, με την οποία απέκτησε έναν γιο, που όμως πέθανε σε ηλικία δύο ετών (γι’ αυτό και σε φωτογραφίες του 1912-13 ο Βελισσαρίου φοράει πένθος).
[13] Μετά τη μάχη, ένας δημοσιογράφος αθηναϊκής εφημερίδας, πήρε συνέντευξη από 3 τραυματίες Ευζώνους του 9ουΤΕ.
«Είναι αλήθεια ότι τραυματίστηκε ο Ταγματάρχης σας;»
«Ποιος; Ο Γεια-Χαράς να τραυματιστεί; Τι λες παιδί μου;»
«Γιατί τον λες Γεια-Χαρά;»
«Γιατί όλο έτσι λέει. Κάθε πρωί που επιθεωρεί το Τάγμα, “γεια-χαρά παιδιά” λέει!»
«Ώστε δεν επληγώθη;»
«Κουνήσου απ’ τη θέση σου. Άμα πάθει και μια τρίχα αυτουνού του παλληκαριού, χαθήκαμε ούλοι οι Εύζωνοί του. Το άλογό του σκοτώθηκε στο Καρατζάκι και τον έριξε κάτω, αλλά δεν έπαθε τίποτε. Σηκώθηκε αμέσως, πήρε άλλο άλογο και έτρεχε μπρος από μας φωνάζοντας»
«Έγινε μεγάλη μάχη στο Καρατζάκιοϊ;»
«Οι Βούλγαροι ήταν διπλάσιοι από εμάς, αλλά σε 3 ώρες μέσα τους ξεπαστρέψαμε. Άι κι να ’γλεπες τι έγινε σαν μπήκαμε στο Καρατζάκι … Οι χανούμισες είχαν στα χέρια τους ψωμιά και κανάτες με νερό, οι Τούρκοι μας φιλούσαν και μας αγκάλιαζαν! Πάει. Είχαν μπιτ ξεμουρλαθεί! “Eμείς είμαστε το σεϊτάν ασκέρι” τους έλεγε ο Λοχίας μας. “Όχι, όχι, είσαστε καλό ασκέρι. Μας σώσατε, μας σώσατε” απαντούσαν οι Τούρκοι.»
[14] Ανάμεσα στους τραυματίες, 6 Αξιωματικοί: Ο Λγός Κωστούλης, οι Υπλγοί Μητσάκος και Βλων και οι Ανθγοί Κότσης, Παπαθανασίου και Πλατάκης. Ο τελευταίος, έβριζε την κακή του τύχη, που τραυματίστηκε στην αρχή της μάχης, χωρίς να προλάβει να ρίξει τουφεκιά. Και παρηγοριόταν στην ιδέα ότι το τραύμα ήταν ελαφρύ και θα μπορούσε να συμμετάσχει στις επόμενες μάχες.
[15] (Ο μετέπειτα Δικτάτορας και από τους πρωτεργάτες της επανάστασης στο Γουδή Θεόδωρος Πάγκαλος, Επιτελής τότε της 1ης ΜΠ)
[16] (η σημερινή Ξυλόπολη)
[17] (Τραυματίστηκε αργότερα στη μάχη του 1387)
[18] Τον Ανχη Κ. Πετμεζά της Β’ Μοίρας ΠΠ της 6ης Μεραρχίας, τον Σχη Γ. Βαρούχα του 1ου Συντάγματος ΠΠ και τον Ανχη Κ. Παρνασσίδη της 1ης Μοίρας ΟΠ.
[19] Η 1η και η 6η Μεραρχία διέθεταν κυρίως Πεδινό Πυροβολικό, που ήταν υποχρεωμένο να αναπτύσσεται ακολουθώντας συγκεκριμένα βατά δρομολόγια, εκτεθιμένα στα Βουλγαρικά πυρά Πυροβολικού.
[20] Η αλήθεια είναι ότι (ευτυχώς) η Διαταγή που ζητούσε από την 1η και 6η Μεραρχία να στείλουν από ένα ΣΠ, καθώς και τα ορειβατικά πυροβόλα, για ενίσχυση της μάχης στο Κιλκίς, δεν υλοποιήθηκε, χάρη στις αντιρρήσεις που εξέφρασαν οι επιτελείς της 1ης ΜΠ, που έπεισαν τον Μέραρχο Μανουσογιαννάκη (που είχε οριστεί Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς των 2 Μεραρχιών) και αυτός έπεισε στη συνέχεια το ΓΣ.
[21] (ομοβροντία)
[22] (Παρατσούκλι του 9ου ΤΕ, από τον Διοικητή του Βελισσαρίου που τον αποκαλούσαν «Μαύρο Καβαλάρη», χάρη στο άλογό του τον «Μαύρο»)
[23] Μετά την έφοδο, ο Βελισσαρίου είδε τον Λοχαγό Ζήρα που ήταν στο Σύνταγμα του Παπακυριαζή και του φώναξε κοροϊδευτικά:
«Πού είναι βρε Ζήρα ο Διοικητής σου να δει;»
«Σκοτώθηκε, δεν είναι πολλή ώρα»
 του απάντησε αυτός.
Μετανοιωμένος για την ειρωνία, και στεναχωρημένος που έχασε τον συγγενή του, ο Βελισσαρίου έκανε το σταυρό του και μουρμούρισε «Ο Θεός ας τον συγχωρέσει». Και τράβηξε τους άντρες του, να συνεχίσει την καταδίωξη.
[24] (Βλέπε σχετικά στον 1ο Τόμο, όπου περιγράφεται το μεταξύ τους επεισόδιο)
[25] (μυθιστορηματικό πρόσωπο)
[26] (υπό τον Λοχαγό Γεώργιο Ζήρα)
[27] Μπάσκιοϊ (baş = κεφάλι, κορυφή, köy = χωριό) ή Μπασμαχαλάς, δηλαδή το πρώτο χωριό ή η πρώτη συνοικία. Πρόκειται για το σημερινό Κεφαλοχώρι του Νομού Σερρών, που απέχει λιγότερο από 2 ώρες πεζοπορείας από το Στρυμονικό. Την εποχή εκείνη ήταν Τουρκοχώρι.

Περισσότερα άρθρα από το Φώτη Σαραντόπουλο:

ΑΠΟΨΕΙΣ – ΑΠΟΨΕΙΣ ΦΩΤΗΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ


 

armynow.gr google news

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ