Στρατηγός Γκίνης: Οι συμφωνίες της Ελλάδος με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία και το πλαίσιο εφαρμογής τους

ΕΛΛαδα γαλλια αμυντικη συμφωνια αναλυση

Του Κωνσταντίνου Γκίνη Στρατηγού ε.α – Επιτίμου Α/ΓΕΣ 

Το παγκόσμιο σύστημα ασφαλείας βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο και ένα νέο πολυπολικό αναδύεται, το οποίο θα είναι ασταθέστερο, απρόβλεπτο και  αυξημένων κινδύνων.  Εντός της επικρατούσας  ρευστότητας και κινητικότητας, η Τουρκία επιδιώκει να αναλάβει και να διαδραματίσει  ρόλο περιφερειακής δυνάμεως στην Αν. Μεσόγειο, Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική. Επίσης, εντός της παρατεταμένης συγκρούσεως χαμηλής εντάσεως με τον Ελληνισμό, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη από τα μέσα του 20ου αιώνα, με ποικίλες διακυμάνσεις, συνεχίζει και εντείνει την  καθαρά επιθετική επεκτατική στρατηγική της, με αιχμή του δόρατος τη στρατιωτική της ισχύ, όπως αυτή εκφράζεται τα τελευταία χρόνια από το ιδεολόγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Το τελευταίο σημαντικό επεισόδιο στην σειρά του τουρκικού αναθεωρητισμού, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως διεύρυνση της θεωρίας των «Γκρίζων Ζωνών», είναι η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των κυρίων νήσων του Αν. Αιγαίου και της Δωδεκανήσου, με την αιτιολογία ότι η Ελλάδα παραβιάζει το ισχύον, κατά την τουρκική αντίληψη και ερμηνεία καθεστώς αποστρατικοποιήσεως των ως άνω νήσων και ως εκ τούτου συνιστά απειλή ασφάλειας για την Τουρκία.

Στο πλαίσιο αυτό ήλθε η πολύ σημαντική  ελληνογαλλική Συμφωνία Εταιρικής Στρατηγικής Σχέσης για τη Συνεργασία στην Άμυνα και στην Ασφάλεια, με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση ενόπλου επιθέσεως εναντίον της επικράτειας εκάστου των συμβαλλομένων.  Για να ακολουθήσει λίγες ημέρες αργότερα η υπογραφή της ελληνοαμερικανικής  Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA), συνοδευόμενης και από επιστολή του αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, η οποία είναι σαφώς λιγότερο δεσμευτική, πλην όμως με σημαντικό πολιτικό ειδικό βάρος, αναγνωρίζουσα την κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και την δικαιοδοσία της Ελλάδος, όπως αυτά απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

Οι δύο αυτές συμφωνίες υπεγράφησαν σε μια στιγμή που η Τουρκία αυξάνει την πίεση της προς την Ελλάδα, ενώ τα  όργανα διεθνούς συλλογικής ασφαλείας στα οποία συμμετέχει η Ελλάδα (ΝΑΤΟ – ΕΕ – ΟΑΣΕ κτλ)  έχουν μέχρι τώρα αποδειχθεί ανίκανα να ελέγξουν ή να αντιμετωπίσουν την τουρκική επιθετικότητα. Είναι καθαρά αμυντικές συμφωνίες, δεν μνημονεύουν τρίτο κράτος και ούτε στρέφονται εναντίον κάποιου.  Ωστόσο είναι βαρυσήμαντες καθώς συνήφθησαν αφενός με μια υπερδύναμη και αφετέρου με την σημαντικότερη στρατιωτική δύναμη της ΕΕ,  αμφότερες μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και πυρηνικές δυνάμεις.

Οι συμφωνίες εκπέμπουν ένα σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση, δηλαδή του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος, καθώς η αμφισβήτηση της κυριαρχίας αποτελεί το πρώτο βήμα στην υπονόμευση της διεθνούς ειρήνης και στη συνέχεια οδηγεί μαθηματικά στην πρόκληση αστάθειας, συγκρούσεως ακόμη και πολέμου. Δυστυχώς στην Ελλάδα η ουσία αυτού του πολύ σημαντικού μηνύματος υπονομεύθηκε και υποβαθμίστηκε μέσα από ένα πλέγμα παρερμηνειών, αναδιατυπώσεως – τελειοποιήσεως των συμφωνιών (πάντοτε στη διεθνή πολιτική υπάρχουν περιθώρια βελτιώσεως αλλά και ανοικτοί ορίζοντες ερμηνείας) και  μικροκομματικής προσεγγίσεως. Αντιθέτως, στην Τουρκία το μήνυμα ελήφθη και άρχισε η πολεμική κατά των συμφωνιών (αντιτουρκικές, επιθετικές κτλ)  και των χωρών, της Ελλάδος φυσικά συμπεριλαμβανομένης, που τις υπέγραψαν, η οποία φυσικά είναι ανεδαφική.

Σε κάθε περίπτωση, παρά την βαρύτητα των συμφωνιών, δεν πρέπει να υπερεκτιμηθούν ή να ερμηνευθούν σε εσφαλμένη βάση,  πρέπει να τεθούν και να αναλυθούν στις πραγματικές τους διαστάσεις. Σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν τη λύση του ελληνοτουρκικού προβλήματος. Αποτελούν ένα ακόμη βήμα, ειδικά η ελληνογαλική συμφωνία,  στην προσπάθεια για την ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας.

Το βάρος ωστόσο για την αντιμετώπιση της Τουρκίας πέφτει στους ώμους της Ελλάδος και αυτό είναι σαφώς διατυπωμένο στο άρθρο 3 της ελληνογαλλικής συμφωνίας «Τα Μέρη (δηλ. Ελλάδα και Γαλλία) έχουν την κύρια ευθύνη για την άμυνα και την ασφάλειά τους …».  Επομένως, ο ρόλος των άλλων συμβαλλομένων μερών είναι συμπληρωματικός και ενισχυτικός, χωρίς φυσικά να υποβαθμίζεται ή το χειρότερο να υποτιμάται. Η άμεση και αποφασιστική ελληνική αντίδραση στην αντιμετώπιση της οποιασδήποτε μορφής απειλής, είναι αυτή που θα πυροδοτήσει τη συνδρομή των άλλων συμβαλλομένων.

Όμως, οι συμφωνίες παρέχουν ένα ευρύ πλέγμα συνεργασιών και συνεργειών σε πολιτικό, διπλωματικό αλλά και σε στρατιωτικό επίπεδο που επιτρέπει την αναβάθμιση, και την ενίσχυση της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας των ελληνικών δυνατοτήτων σε διεθνές επίπεδο.

Παράλληλα με αυτές τις συμφωνίες πρέπει να αξιοποιηθούν στο μέγιστο και οι συμφωνίες με την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Ιορδανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία. Χωρίς φυσικά να παραλείπονται, παρά την μέχρι τώρα αναποτελεσματικότητα τους, τα διεθνή όργανα ασφαλείας ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΑΣΕ κτλ.

Οι οποίες συμφωνίες θα παραμείνουν γράμμα κενό χωρίς ισχυρές και αποδοτικές Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες δεν αρκεί να ενισχυθούν απλά με οπλικά συστήματα, αλλά και με άλλες δυνατότητες και να γίνουν οι ανάλογες αναπροσαρμογές που θα οδηγήσουν και στην ποιοτική αναβάθμιση.  Η αντιμετώπιση των κινδύνων και των απειλών κατά της Xώρας απαιτεί την στήριξη και υποστήριξη της κοινωνίας, η οποία πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση, με υψηλό φρόνημα για εθνικό αγώνα, ομοψυχία,  αυτοπεποίθηση και πάνω από όλα πνεύμα θυσίας και νίκης. Όλα αυτά το πολιτικό σύστημα με επικεφαλής την Κυβέρνηση, πρέπει να τα ενσωματώσει με δημοκρατικές διαδικασίες σε μια νέα στρατηγική ικανή να υποστηρίξει τις εθνικές επιδιώξεις και τα εθνικά συμφέροντα.

Τέλος, οι δύο συμφωνίες είναι αναμφισβήτητα σημαντικές, μόνες τους όμως δεν πρόκειται να φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Εναπόκειται στην Ελλάδα να τις αξιοποιήσει ενεργητικά, δυναμικά και με υψηλούς στόχους, στο πλαίσιο που περιγράφηκε παραπάνω, γιατί αν αφεθούν στην συνήθεια, στην καθημερινότητα και στον εφησυχασμό, τα οποία πλεονεκτήματα και οι όποιες προσδοκίες θα εξανεμισθούν ταχύτατα.

 

Πηγή: thepresident.gt

armynow.gr google news

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ