Σεπτέμβριος 1922: Πώς χάσαμε την Ανατολική Θράκη

ΠΩΣ ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ

Του Βασίλειου Ρέπα, Αντιστράτηγου ε.α.

Εισαγωγή

Η ιστορία πάντα γρηγορούσα, ώστε να διδάσκει και να κατευθύνει τις ενέργειες και τις συμπεριφορές μας, στο παρόν και στο μέλλον, για να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.

Η απώλεια -εγκατάλειψη επί της ουσίας- της Ανατολικής Θράκης αποτέλεσε τη δεύτερη και κατά πολλούς την πλέον επώδυνη πράξη του δράματος.

Πώς και γιατί εγκαταλείφθηκε η Ανατολική Θράκη και πέρασε στα χέρια των Τούρκων χωρίς ούτε έναν πυροβολισμό και χωρίς μάλιστα να προβληθεί, κατά ανεξήγητο τρόπο, καμία απολύτως αντίσταση.

Η Ανατολική Θράκη, ηταν η περιοχή, της οποίας ο πληθυσμός , ήταν στη συντριπτική του πλειοψηφία ελληνικός από τα βάθη των αιώνων. Στις αρχές του 20ου αιώνα, κατοικούσαν εκεί 360.000 Έλληνες, ενώ στην Κωνσταντινούπολη κατοικούσαν άλλοι 300.000 Έλληνες (Ρωμιοί). Ο υπόλοιπος πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης, που αποτελούσε σχεδόν το μισό του συνολικού πληθυσμού της, ήταν Τούρκοι, Αλβανοί μουσουλμάνοι, Βούλγαροι , Αρμένιοι , Τσιγγάνοι, Εβραίοι και χριστιανοί Τούρκοι ( Γκαγκαούζοι). Κυριότερα κέντρα του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης, ήταν η Αδριανούπολη, οι Σαράντα Εκκλησιές , η Ραιδεστός , τα 28 χωριά των Γανοχώρων, πάνω και γύρω από το μοναστικό κέντρο του Ιερού Όρους (Όρος Γάνος), η Μακρά Γέφυρα, η Βιζύη, η Χώρα, οι Επιβάτες, το Εξάστερο και η Σηλύβρια που αποτελούσε οχυρό έρεισμα του αμυντικού συστήματος της Κωνσταντινούπολης. Αμιγώς ελληνικοί πληθυσμοί και μάλιστα ακμάζοντες, υπήρχαν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, στην ακτή της Προποντίδας, στην ανατολική ακτή του Εύξεινου Πόντου, στο Ιερό Όρος και στην περιοχή των  βουνών της Στράντζας. Ελληνικοί ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία κι οι πληθυσμοί στον Κόλπο του Σάρου στις ακτές του Αιγαίου και μέχρι τις εκβολές του Έβρου, όπου βρισκόταν η γνωστή κι από την αρχαιότητα, πόλη Αίνος.

Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και με τις διώξεις των Νεοτούρκων (1914-1918), πολλές χιλιάδες Θρακιώτες εντοπίστηκαν ή υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα (κυρίως στη Μακεδονία) ή το εξωτερικό . Μετά τη Συνθήκη των Σεβρών και τον ερχομό του ελληνικού στρατού στην Ανατολική Θράκη, τον Ιούλιο του 1920, πολλοί επέστρεψαν στις εστίες τους, τις οποίες όμως εγκατέλειψαν για πάντα μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την Ανακωχή των Μουδανιών το φθινόπωρο του 1922.

Εξέλιξη Γεγονότων Χρονολογικά

Μπορεί η Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και ΗΠΑ κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο να συμμάχησαν εναντίον της Γερμανίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλα αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν απολύτως κοινά συμφέροντα. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, αλλά και οι ΗΠΑ και η Ιταλία είχαν έντονες διαφορετικές βλέψεις και συμφέροντα.

Στις 7 Ιανουαριου του 1919, μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, και προκειμένου να προστατευτούν οι Ευρωπαϊκές και ιδίως Γαλλικές επενδύσεις στη χώρα,  γίνεται η εκστρατεία στην Κριμαία, στην οποία έλαβε μέρος η Ελλάδα με 23.351 άνδρες, πολλοί Γάλλοι στρατιώτες και ελάχιστοι  Άγγλοι. Η Ιταλία αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία. Αυτή η απόφαση του Βενιζέλου έφερε την Γαλλία του Κλεμανσώ μαζί με την Αγγλία του Λόυδ Τζώρτζ πιο κοντά στα αιτήματα της Ελλάδας, απέναντι σε μία Ιταλία που ανυπομονούσε να κατοχυρώσει επίσημα δικαιώματα σε Βόρεια Ήπειρο, Δωδεκάνησα και Δυτική Μικρά Ασία. Το πρόβλημα είναι ότι ενώ μέχρι τότε στη Ρωσία ζούσαν 700.000 Έλληνες ανενόχλητοι και μάλιστα σε καθεστώς προνομιακής εκτίμησης, ο Βενιζέλος εκστράτευσε στο πλευρό των συμμάχων, δίχως να έχει κατοχυρώσει κανένα εκ μέρους τους αντάλλαγμα, με μόνη επιθυμία την απομάκρυνση από την Αθήνα 40.000 βασιλικών εκλογέων και μια καλή δικαιολογία για να διατηρήσει σε ισχύ την επιστράτευση και το στρατιωτικό νόμο. Τούτη η ατυχής εκστρατεία είχε σαν αποτέλεσμα οι απώλειες της Ελλάδας να φτάσουν σε 225 νεκρούς από τους οποίους 18 αξιωματικοί, 173 αγνοούμενους, 1.373 αρρώστους φυσικά εκτός  μάχης και 657 τραυματίες 30 από τους οποίους ήταν αξιωματικοί, καθώς και να υπογραφεί τον Μάρτη του 1921  “Σύμφωνο Φιλίας και Αδελφότητας” μεταξύ Σοβιετικής Ρωσίας και Κεμαλικής Τουρκίας.

Το Μάρτη του 1919, η Ιταλία θέλοντας να εκβιάσει και στηριζόμενη στη συμφωνία του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης (1917),  αποβίβασε στρατεύματα στην Αττάλεια.

Το Μάη του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ συνανταται στη Σαμψούντα,  με τον ανθέλληνα Ιταλό υπουργό Εξωτερικών κόμη Σφόρτσα, ο οποίος του υπόσχεται ολόθυμη συμπαράσταση εκ μέρους της Ιταλίας, με την οποία ο Κεμάλ οργάνωσε στρατιωτικά του Τσέτες. Ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός κορυφώθηκε στην Μικρά Ασία και ενώ οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, έχουν συνάψει και οι δύο από τον Μάη του 1919 συμφωνίες ανακωχής.

Τον Νοέμβρη του 1919, στη συνάντηση Λόυδ Τζώρτζ με Κλεμανσώ, για την προετοιμασία της διάσκεψης για το Ανατολικό, κατέληξαν σε συμφωνία ότι μόνο στα πετρελαιοφόρα αραβικά εδάφη και στα Στενά θα κρατούσαν την κηδεμονία. Εξέτασαν δε, τρόπους αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων από την Μικρά Ασία όπου με την αποχώρηση των ΗΠΑ, μετά την νίκη των ρεπουμπλικάνων, την αποχώρηση του προέδρου Ουίλσων και την εφαρμογή του δόγματος Μονρόε του απομονωτισμού, για να φύγουν οι Ιταλοί πρέπει να φύγουν και οι Έλληνες. Ο Κλεμανσώ τότε πρότεινε να δοθεί στην Ελλάδα ολόκληρη η Θράκη.

Το Φλεβάρη του 1920 πραγματοποιήθηκε διασυμμαχική συνδιάσκεψη στο Λονδίνο για το Μικρασιατικό, στην οποία καλέστηκε για πρώτη φορά ο Μουσταφά Κεμάλ πασάς, αποκτώντας έτσι την πολυπόθητη γι αυτόν διπλωματική αναγνώριση. Η Γαλλία και η Ιταλία άρχισαν να υποστηρίζουν πλέον ανοιχτά τις θέσεις της Τουρκίας. Το τελικό σχέδιο περιελάμβανε την εκκένωση των ελληνικών στρατευμάτων από τις Μικρασιατικές περιοχές εκτός από την πόλη της Σμύρνης όπου θα παρέμενε Χριστιανός και όχι απαραίτητα Έλληνας Αρμοστής. Η Ελλάδα το απέρριψε. Ακολούθησαν συμφωνίες ανακωχής της Γαλλίας και της Ιταλίας με την Τουρκία, εξασφαλίζοντας προνομιακές συμβάσεις για όλους τους.

Στις 10 Αυγούστου 1920, υπογράφτηκε στις Σέβρες της Γαλλίας Συνθήκη, που ουσιαστικά ενίσχυε την αποικιακή υποδούλωση της Τουρκίας. Η κυβέρνηση Βενιζέλου ανέλαβε να επιβάλει τη συγκεκριμένη Συνθήκη, η οποία, όπως ήταν φυσικό, απορρίφτηκε από την κυβέρνηση του Μουσταφά Κεμάλ. Με την συνθήκη των Σεβρών, που υπογράφτηκε με την Οθωμανικά αυτοκρατορία, εικοσιένα μήνες μετά την ανακωχή του Μούδρου, επισημοποιείται διπλωματικά ο τερματισμός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη συνθήκη των Σεβρών αναδεικνύεται ο θρίαμβος της αγγλικής πολιτικής, προκαλώντας τη δυσφορία της Γαλλίας και Ιταλίας, που βλέπουν πλέον να μένουν τα συμφέροντα τους στο χώρο ακάλυπτα και να διαδέχεται η Αγγλία την Γερμανία σαν ηγέτιδα δύναμη, προκαλώντας αρχικά χάος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό) και δημιουργώντας ταυτόχρονα στον ελληνικό πληθυσμό κύματα ενθουσιασμού. Οι βασικοί όροι της συνθήκης των Σεβρών, έργο κατ’ εξοχή Αγγλικό, εξασφάλιζε απόλυτα τα Αγγλικά συμφέροντα, αλλά συμπτωματικά και τα ελληνικά συμφέροντα που συμβαδίζουν με τα Αγγλικά. Οι Γάλλοι, δεν ήταν διατεθειμένοι να ανεχθούν τα Αγγλικά σχέδια στην Εγγύς Ανατολή. Έτσι, ο Γαλλικός τύπος κατηγορούσε την Ελλάδα και χαρακτήριζε τα ελληνικά στρατεύματα σαν “μισθοφόρους της Αγγλίας, χωρίς μισθό.”

Τον Μάρτη του 1921 οι Άγγλοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, διέλυσαν το Κοινοβούλιο και κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο και ο Κεμάλ υπογράφει  “Σύμφωνο Φιλίας και Αδελφότητας μεταξύ Σοβιετικής Ρωσίας και Κεμαλικής Τουρκίας. Με βάση τη συμφωνία αυτή παρέχεται από τους μπολσεβικους στην Κεμαλικη Τουρκία τεράστια για την εποχή οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Για τη βοήθεια των Σοβιετικών στο κεμαλικό καθεστώς, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ πασάς είχε πει: «Χωρίς τη ρωσική υποστήριξη ο πόλεμος δεν θα είχε στεφθεί με επιτυχία. Αν δεν υπήρχε η υποστήριξη της Ρωσίας, η νίκη της νέας Τουρκίας επί των εισβολέων  θα είχε μπορέσει να επιτευχθεί μόνο με ασύγκριτα μεγαλύτερες απώλειες ή ίσως και να μην είχε καταστεί δυνατή. Η Ρωσία πρόσφερε στην Τουρκία και ηθική και υλική βοήθεια, και θα είναι έγκλημα να ξεχάσει το έθνος μας αυτή τη βοήθεια». (Αρχεία Ρωσικού προξενείου Κων/πολης).

Στις 20 Οκτώβρη του 1921 υπογράφεται στην Άγκυρα από τον Γιουσούφ Κεμάλ εκ μέρους της Τουρκίας και από τον Φραγκλίν Μπουγιών εκ μέρους της Γαλλίας αμφοτοετεροβαρης μυστική συμφωνία μεταξυ Γαλλίας και κεμαλικης Τουρκίας, αποτελούμενη από 13 άρθρα, η οποία περιείχε τόσο στρατιωτικοπολιτικές όσο και οικονομικές διατάξεις.  . Από κει και πέρα ήταν σαφές, όπως σαφές είχε γίνει και για την Ιταλία ενάμιση χρόνο νωρίτερα, ότι η Γαλλία είχε αλλάξει οριστικά στρατόπεδο.

Το Μάρτη του 1922 η Διασυμμαχική συνδιάσκεψη στο Παρίσι προσπάθησε να βάλει τέλος στο στρατιωτικό αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί στο πεδίο των μαχών, με πρόταση για αποστρατικοποίηση της Ανατολικής Θράκης σε μεγάλο βαθμό και αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού και από την Σμύρνη. Το σχέδιο απορρίφτηκε και από τις δύο πλευρές προκαλώντας συγχρόνως και διπλωματικό αδιέξοδο. Η Ελλάδα επικεντρώθηκε στη δημιουργία αυτόνομου κράτους στη Σμύρνη με υψηλή τουρκική επικυριαρχία και στην κατάληψη της Κων/πολης που εμποδίστηκε από την Γαλλία. Όπως αναφέρει ο Τσόρτσιλ στα απομνημονεύματα του την κίνηση κατάληψης της Κων/πολης την χαρακτηρίζει «αριστουργηματικό σχέδιο, το οποίο εμπνεύστηκε από την απελπισία της η Ελληνική ηγεσία» και συνεχίζει «η κατοχή της Κωνσταντινούπολης από τον ελληνικό στρατό θα του άνοιγε νέους ορίζοντες».

Τον Αύγουστο του 1922, ο Μουσταφά Κεμάλ πασάς επιτίθεται εναντίον των Ελληνικών θέσεων με Ρωσικό οπλισμό και Ρωσικά καιΓαλλικά πυρομαχικά και Γάλλους συμβούλους. Ύστερα απ’ αυτή τη μάχη, τα Τουρκικά στρατεύματα προχώρησαν στη Σμύρνη, την οποία κατέλαβαν στις 9 Σεπτέμβρη του 1922 και στη συνέχεια την έκαψαν.

Στην Ανατολική Θράκη, από ελληνικής στρατιωτικής πλευράς υπήρχαν 45.000 άνδρες περίπου (5 μεραρχίες) και αρκετά ισχυρή δύναμη Πυροβολικού.

Στις 28 Αυγούστου 1922, παραιτείται  η κυβέρνηση του  Πρωτοπαπαδάκη  και σχηματίστιζεται κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Τριανταφυλλάκο.

Στις 31 Αυγούστου, με την άφιξή του στη Σμύρνη  ο ηγέτης των νεότουρκών Κεμάλ ξεκίνησε αμέσως να ασκεί έντονες πιέσεις στη Μεγάλη Βρετανία για την παράδοση της Ανατολικής Θράκης. Μάλιστα ο Κεμάλ είχε θέσει το θέμα με εντελώς εκβιαστικό τρόπο λέγοντας πως μόνο η παραχώρηση της Α. Θράκης στην Τουρκία θα απέτρεπε μια σύγκρουση με τους Συμμάχους της Αντάντ.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1922 το αγγλικό υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει να αντιμετωπίσει ένοπλα κάθε απόπειρα παραβίασης της ουδέτερης ζώνης στο Τσανάκ Καλέ από τους Τούρκους, ενώ μια μέρα αργότερα η αγγλική κυβέρνηση ανακοινώνει ότι θα αντιμετωπίσει με πόλεμο την παραβίαση της ουδέτερης ζώνης από την Τουρκία

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1922, αποφασίζονται από τους “Συμμάχους” στο Παρίσι, μετά από θυελλώδεις διαπραγματεύσεις τριών ημερών (6 με 9 Σεπ) μεταξύ του Γάλλου πρωθυπουργού και του υπουργού εξωτερικών Πουυανκαρέ και του Βρετανού υπουργού εξωτερικών Λόρδου Κόρζον, η  εκκένωσή της Ανατολικής θρακης, η επικυριαρχία στη Μεγάλη Βρετανία της Μεσοποταμίας, του Κουρδιστάν και των πετρέλαιων της Μοσούλης, στη Γαλλία τη Συρίας και του Λίβανου και στην  Ιταλία την κατοχύρωση επίσημα δικαιώματων σε Βόρεια Ήπειρο, Δωδεκάνησα και Νότια Μικρά Ασία τα Δωδεκάνησα και τημ επιθυμία της, για καταστροφή της Ελλάδας»

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1922, οι κυβερνήσεις Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας, έστειλαν ανακοίνωση στον Κεμάλ, με την οποία του ζητούσαν, να τους γνωρίσει, αν είναι διατεθειμένος να στείλει αντιπρόσωπό του σε διάσκεψη, που θα γινόταν στη Βενετία ή αλλού για τη σύναψη οριστικής ειρήνης μεταξύ Ελλάδας ,Τουρκίας και Συμμάχων. Στη διακοίνωση, που υπογραφόταν από τον Γάλλο πρωθυπουργό και υπουργό εξωτερικών Πουανκαρέ, τον Βρετανό υπουργό εξωτερικών Λόρδο Κόρζον και τον πρεσβευτή της Ιταλίας στο Παρίσι Κόμη Σφόρτσα, αναφερόταν ότι οι Σύμμαχοι είναι θετικά διακείμενοι στην τουρκική αξίωση να της δοθεί η Θράκη ως τον Έβρο. Η απόφαση αυτή των Συμμάχων, φαίνεται ανεξήγητη, ωστόσο ερμηνεύεται από το γεγονός ότι πλέον ήταν σίγουροι για τα κέρδη τους. «Η Μεγάλη Βρετανία στη Μεσοποταμία, το Κουρδιστάν και τα πετρέλαια της Μοσούλης, η Γαλλία στη Συρία και τον Λίβανο και η Ιταλία για τα Δωδεκάνησα και την καταστροφή της Ελλάδας»

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, ξεσπά το Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού στη Χίο και τη Λέσβο και σχηματίζεται Επαναστατική Επιτροπή με επικεφαλής, τους Νικόλαο Πλαστήρα, Στυλιανό Γονατά και Δημήτριο Φωκά. Από τη Χίο και τη Λέσβο που ξεκίνησε η Επανάσταση, τα στρατεύματά της έφτασαν στο Λαύριο στις 13 Σεπτεμβρίου 1922. Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ παραιτειται και αναχωρεί για την Ιταλία.

Στις 15 Σεπτεμβρίου, οι κινηματίες μπαίνουν στην Αθήνα, όπου και ματαίωσαν την προσπάθεια του αποστρατευμένου υποστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου να επωφεληθεί από την Επανάσταση και να αναλάβει αυτός την εξουσία και σχηματίζεται πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σωτήριο Κροκιδά. Την εξουσία όμως κατείχε η Επαναστατική Επιτροπή, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας. Η διεθνής εκπροσώπηση της Ελλάδας, ανατέθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στις 19 Σεπ.1922, σε συνομιλία του με τον λόρδο Κόρζον, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αρνήθηκε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ανατολική Θράκη, πριν τη Διάσκεψη της Ειρήνης, καθώς αν γινόταν κάτι τέτοιο, δε θα υπήρχε τίποτα για διαπραγμάτευση. Όπως είπε ο Κόρζον, η νύξη και μόνο για εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, έκανε τον Βενιζέλο να χάσει τη συνηθισμένη ψυχραιμία του. Όμως, τρεις μόνο μέρες αργότερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ανακοίνωσε στον Κόρζον, ότι συνέστησε στην ελληνική κυβέρνηση, να δεχθεί αμέσως την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Τι μεσολάβησε, δε γνωρίζουμε και, πιθανότατα δε θα μάθουμε ποτέ…

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1922, ο Βενιζέλος έστειλε το εξής τηλεγράφημα στους ηγέτες της Επανάστασης:

«Η επελθούσα εν Ελλάδι μεταβολή πρέπει να γνωρίζει ότι επήλθον ήδη καταστροφαὶ   αίτινες είναι ανεπανόρθωτοι. Μεταξύ των συντελεσθεισών  καταστροφών περιλαμβάνονται πλην της Βορείου Ηπείρου και η Δυτική Μικρά Ασία και η Ανατολική Θράκη , εφ’ όσον αι τρεις μεγάλαι και πρώην σύμμαχοι ημών Δυνάμεις απεφάσισαν την απόδοσιν ταύτης εις την Τουρκίαν , ουδείς δε εχέφρων πολίτης δύναται να διανοηθεί την συνέχειαν του πολέμου με την Τουρκίαν εν πλήρει ημών διπλωματική και στρατιωτική απομόνωση».

Σχετικά με την Ανατολική Θράκη έγραψε τα εξής :

Αν η κυβέρνηση επέμενε να κρατήσει την Ανατολική Θράκη παρά την αντίθετη άποψη των «συμμάχων», «αι θερμαὶ ευχαὶ μου θα συνοδεύσουν τον αγώνα τούτον του Έθνους , αλλὰ ευρίσκομαι εν τοιαύτῃ περιπτώσει , εις την θλιβεράν ανάγκην, να αρνηθώ την αποδοχήν της τιμητικής εντολής , όπως αντιπροσωπεύσω την χώραν εις το εξωτερικόν».

Η διάσκεψη για το μέλλον της Ανατολικής Θράκης, αποφασίστηκε τελικά να γίνει στα Μουδανιά (σημ. Mudanya), πόλης της Μ. Ασίας στη Βιθυνία, επίνειο της Προύσας. Ξεκίνησε στις 20/9/1922, χωρίς τη συμμετοχή της ελληνικής πλευράς! Όπως είπε ο Ισμέτ πασάς (μετέπειτα Ισμέτ Ινονού) στον Σ. Μαρκεζίνη το 1972, βασικό αντικείμενο της διάσκεψης θα ήταν «η γραμμή» μέχρι την οποία θα αποσύρονταν οι Έλληνες. Ο Ινονού είπε στους «συμμάχους»: «Ας φθάσουμε σε ένα αποτέλεσμα και οι Έλληνες θα υποχρεωθούν να το δεχθούν» (Σ.Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Σύγχρονου Ελλάδος»)

Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, φέρονταν σαν σύμμαχοι των Τούρκων, ενώ οι Βρετανοί, απηυδισμένοι και κουρασμένοι ήταν οι μόνοι που έδειχναν κατανόηση για τις ελληνικές θέσεις. Όπως γράφει ο Σπύρος Μαρκεζίνης : «Οι Έλληνες παρέμειναν βωβοί θεατές και οι Τούρκοι ήγειραν συνεχώς και νέες αξιώσεις»

Ο Κεμάλ, πρόβαλε την εξωφρενική απαίτηση, να μη φτάσει στα Μουδανιά η ελληνική αντιπροσωπεία με ελληνικό πλοίο ! Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, όχι μόνο δέχτηκαν την αξίωσή του, αλλά πίεσαν και τους μάλλον διστακτικούς, Βρετανούς να κάνουν το ίδιο! Η ελληνική αντιπροσωπεία στα Μουδανιά απαρτιζόταν από τους : Αλέξανδρο Μαζαράκη Αινιάν (Υποστράτηγος), Π.Οικονόμου Γκούρα(ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών), Β. Μελά (έφεδρος λοχαγός), Φ. Χατζηλάζαρο, Κ. Αθάνατο (δημοσιογράφο λογοτέχνη , το πραγματικό ονοματεπώνυμο του οποίου ήταν Κωνσταντίνος Καραμούζης και Π.Σαρηγιάννη, πρώην υπαρχηγό του Επιτελείου στη Μικρά Ασία. Όλοι αυτοί επιβιβάσθηκαν στο πλοίο «Σφενδόνη», μαζί με τον Νικόλαο Πλαστήρα, ο οποίος δεν συμμετείχε ενεργά στις διαβουλεύσεις αλλά τις παρακολουθούσε. «εκ του σύνεγγυς» (κατά τον Στυλιανό Γονατά).

Στη Ραιδεστό, το σκάφος σταμάτησε, για ανθράκευση. Οι Βρετανοί, δόλια κινούμενοι, προσφέρθηκαν να μεταφέρουν την ελληνική αντιπροσωπεία στα Μουδανιά με ένα ταχύ αντιτορπιλικό, ικανοποιώντας έτσι το αίτημα του Κεμάλ, ενώ η ελληνική αντιπροσωπεία είχε πλήρη άγνοια.

Δυστυχώς, η άγνοια της ελληνικής αντιπροσωπείας, δεν περιοριζόταν εκεί. Η επαναστατική κυβέρνηση, έχοντας και το άγχος της διεθνούς αναγνώρισης, θεώρησε θετική την πρόσκληση στα Μουδανιά. Είχε δε την εντύπωση, ότι εκεί θα συζητούνταν απλά οι όροι της ανακωχής των εχθροπραξιών. Ο Υποστράτηγος Αλέξανδρος Μαζαράκης Αινιάν, είχε λάβει έγγραφο διορισμού του, στο οποίο αναφερόταν ρητά, ότι αποκλειόταν οποιαδήποτε δέσμευση για μη ενίσχυση του στρατού στην Ανατολική Θράκη και ακόμα γραφόταν επί λέξει : «…πλήρης εκκένωσις της Ανατολικής Θράκης μέχρι του ποταμού Έβρου αποκλείεται απολύτως» (Αυτό αναφέρει ο ίδιος ο Μαζαράκης Αινιάν).

Στις 25/9/1922 με το παλιό ημερολόγιο) ο Ν. Πλαστήρας, πήγε αυτοπροσώπως στην περιοχή και διαβεβαίωσε τους κατοίκους ότι «η Θράκη δια την Ελλάδα θεωρείται η ζωή αυτής» ((Δρ. Ιωάννης Παπαφλωράτος « Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949), τόμος Ι, σελ. 769). Επίσης, ο ηγέτης του κινήματος, δήλωσε τα εξής :    « Η Θράκη αποτελεί την ψυχήν της Ελλάδος. Ο δε στρατός ανασυγκροτούμενος θα αποτελέσει το προπύργιον της Θράκης… Θαρρείτε εφ’όσον η επανάστασις αγρυπνεί και το ζήτημά σας διαχειρίζεται ο μέγιστος των πολιτικών (ενν. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος). Η επανάστασις… δηλώνει ότι ως πρώτιστον και αντικειμενικόν σκοπό έχει, δι’ αμειλίκτου εφαρμογής των νόμων, να επαναφέρει το κράτος εις την οδόν της τιμής και του καθήκοντος και να διοργανώσει στρατόν αντάξιον των περιστάσεων προς σωτηρίαν της Θράκης… πρέπει να ελπίζουν πάντες ότι δε θα δοκιμάσει δουλείαν η Θράκη, διότι η χριστιανική Ευρώπη(sic) δε θα ανεχθεί τούτο και διότι την διακυβέρνησιν της χώρας ανέλαβον ηθικότερα στοιχεία, τη δε διαχείρισιν του θρακικού ζητήματος ο μεγαλύτερος πολιτικός νους…(ενν. τον Ελευθέριο Βενιζέλο). Η Θράκη δια την Ελλάδα θεωρείται η ζωή αυτής …» (Εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» 26/9/1922, σελ. 1)

Κατά την Τρίτη ημέρα της διάσκεψης, οι Έλληνες αντιπρόσωποι ενημερώθηκαν για το συμφωνημένο κείμενο, με βάση το οποίο οι ελληνικές δυνάμεις πρέπει να εγκαταλείψουν άμεσα την Ανατολική Θράκη. Μόνο οι λεπτομέρειες θα μπορούσαν να συζητηθούν.

Όπως είναι φυσικό, η ελληνική αντιπροσωπεία αντέδρασε έντονα, γεγονός που εξόργισε τον Γάλλο αντιπρόσωπο στα Μουδανιά Charpy. Κάποιοι μάλιστα τον χαρακτήρισαν «άθλιο», για την όλη συμπεριφορά του στα Μουδανιά. Ο Ιταλός αντιπρόσωπος, ήταν πιο μετριοπαθής από τον Γάλλο, αν και συμφωνούσε σε γενικές γραμμές μαζί του. Αντίθετα, η βρετανική πλευρά, φαινόταν φιλικά διακείμενη προς την Ελλάδα.

Η ελληνική αντιπροσωπεία, αρνήθηκε τελικά να υπογράψει και προχώρησε στη σύνταξη ενός κειμένου. Δυστυχώς, την ίδια μέρα ο Ε. Βενιζέλος αποδεχόταν τη γραμμή του Έβρου ως συνοριακή, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στις 25/9/1922 τηλεγράφησε απ’ το Παρίσι «Ανατολική Θράκη απολέσθη ατυχώς δι’ Ελλάδα» και «ανάγκη Θράκαις να εγκαταλείψωσι την γην, ην από τόσων αιώνων κατοικούσιν, αυτή και πρόγονοί των» .Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Α Μαυρίδης  « ήταν ακόμη μία από τις εθνικές εκκαθαρίσεις του 20ου αιώνα, παρ’ όλο που το πρωτόκολλο της ανακωχής των Μουδανιών αφορούσε μόνο την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και όχι από τον ελληνικό πληθυσμό».

Μετά τις εξελίξεις αυτές, δόθηκαν νέες οδηγίες στον Μαζαράκη – Αινιάν. Ωστόσο, αμέσως μετά ακολούθησε νέο τηλεγράφημα από την Αθήνα, με το οποίο ο Έλληνας αξιωματικός, υποχρεωνόταν να δεχθεί σαν σύνορο τη γραμμή της παλιάς Βουλγαροτουρκικής μεθορίου του 1915. Τότε ο Μαζαράκης σχολίασε σκωπτικά  ( και αποδείχθηκε αργότερα ότι είχε δίκιο…) πως οι ιθύνοντες του Υπουργείου Εξωτερικών και του Γενικού Επιτελείου, αγνοούσαν ότι η συνθήκη αυτή καθόριζε τη Βουλγαροτουρκική μεθόριο 2 χιλιόμετρα ανατολικά του Έβρου. Με το πρώτο τηλεγράφημα όμως ο Μαζαράκης – Αινιάν λάμβανε τη διαταγή να συναινέσει στην εκκένωση όλης της ανατολικής όχθης του ποταμού και της περιοχής του Κάραγατς.

Ο Πλαστήρας αντιλαμβανόμενος τις δραματικές εξελίξεις , έφυγε αθόρυβα από τα Μουδανιά, προφανώς για να μείνει, κατά το δυνατόν, στο απυρόβλητο. Ο Charpy, ήταν έξαλλος από την άρνηση των Ελλήνων να υπογράψουν όσα είχαν συμφωνηθεί (ερήμην τους…) . Είπε στον Μαζαράκη μάλιστα ότι οι Σύμμαχοι είχαν εμποδίσει τους Τούρκους από το να κυνηγήσουν τους Έλληνες της Θράκης ! Βέβαια το θράσος αυτό πήγαζε και από αχαρακτήριστες δηλώσεις, όπως αυτή του Κονδύλη, ότι « αν οι Τούρκοι έφταναν στη Θράκη, μόνο ο Κορινθιακός Κόλπος θα σταματούσε τους Έλληνες από τη φυγή» (Δρ. Ιωάννης Παπαφλωράτος, «Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού(1833-1949)»,Τόμος Ι)

Για τη διάσκεψη των Μουδανιών, είναι χαρακτηριστικό ότι ποτέ Έλληνες και Τούρκοι δε βρέθηκαν να συζητούν στο ίδιο τραπέζι. Καλούνταν εκ περιτροπής στις συνεδριάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες έγιναν στο Βρετανικό πολεμικό σκάφος «Iron Duke». Η ελληνική αντιπροσωπεία δεν κατέβηκε ποτέ στην ξηρά!

Τελικά, στις 28 Σεπτεμβρίου 1922 ( 11 Οκτωβρίου με το νέο ημερολόγιο) , υπογράφηκε η σύμβαση από τους Συμμάχους και τους Τούρκους, όχι όμως και από την ελληνική πλευρά, που είχε σαφείς εντολές να δεχθεί μόνο την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη. Οι υπάλληλοι της ελληνικής διοίκησης και οι άντρες της Χωροφυλακής, θα παρέμεναν εκεί. Τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας, πήγαν στη Ραιδεστό και από εκεί  με το πλοίο «Ασπίς» έφτασαν στο Φάληρο. Η ελληνική κυβέρνηση (του Σ. Κροκιδά ), εξέφρασε την ευαρέσκεια της προς τον Μαζαράκη και τα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας μας στα Μουδανιά. Λίγο αργότερα, έγινε σύσκεψη του υπουργικού συμβουλίου και της «Επαναστατικής Επιτροπής». Σ’ αυτήν αποφασίστηκε να γίνουν αποδεκτά τα τετελεσμένα των Μουδανιών και εξουσιοδοτήθηκε ο Έλληνας αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη να υπογράψει το Πρωτόκολλο της εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης. Έκπληκτος ο Ισμέτ πασάς ( Ινονού) , είπε στον Κεμάλ : «Οι Γιουνάν (Έλληνες) μας χαρίζουν την Ανατολική Θράκη !»

Το ίδιο είπε και 50 χρόνια αργότερα στον Σ. Μαρκεζίνη: « Η Θράκη μας παραδόθηκε χωρίς να ριφθεί ούτε ένας πυροβολισμός» …

Πρόκειται για μια από τις σκοτεινότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τι ήταν αυτό που έκανε τον Ελευθέριο Βενιζέλο να αλλάξει γνώμη σε 3 μέρες; Γιατί αποφασίστηκε, παρά τα όσα διακήρυττε ο Πλαστήρας, η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης; Σε ποιο σοβαρό κράτος, θα υπήρχε (ανεπίτρεπτη) άγνοια για το πού ήταν η μεθόριος δύο γειτονικών κρατών πριν 7 χρόνια;

Αξιοπρεπέστερη και εθνικά ορθή φαίνεται ότι ήταν η στάση της ελληνικής αντιπροσωπείας στα Μουδανιά, κάτι που αναγνώρισαν ο Γάλλος Charpy, υποβολέας (τουλάχιστον) των Τούρκων μαζί με τον Franklin –Bouillon, ο Ιταλός  Mombelli και ο Βρετανός Harrington, που ηγούνταν των αντιπροσωπειών των. «Συμμάχων».

Η ελληνική αντιπροσωπεία διαπιστώνει ότι ουδεμία των υποδείξεων, τις οποίες διετύπωσεν στις προηγουμένας δηλώσεις της, ελήφθει υπ’ όψιν κατά την σύνταξιν του οριστικού, της στρατιωτικής συμφωνίας. Κυρίως επί του θέματος της γραμμής αποχωρήσεως των ελληνικών στρατευμάτων, των οποίων ήδη εδήλωσεν ότι δε δύναται να δεχθεί, δεν έλαβε ικανοποίησιν…»

Με την Ανακωχή των Μουδανιών (Armistice of Mudanya) παραχωρήθηκε στην Τουρκία και το λεγόμενο Τρίγωνο του Κάραγατς, έκταση με αριθμό 24.500 τ.χλμ., με μεγάλη οικονομική και στρατιωτική σημασία.

Στις 30/9/1922, ο στρατηγός Κ. Νίδερ, εξέδωσε διαταγή για την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού δυτικά του Έβρου. Η αποχώρηση άρχισε στις 2/10/1922 και ολοκληρώθηκε στις 18/10/1922.

Από τις 5/10/1922 ως τις 18/10/1922, περισσότεροι από 250.000 Έλληνες (αλλού αναφέρεται ότι ήταν 400.000, εγκατέλειψαν την, ελληνική, Ανατολική Θράκη σε κλίμα απελπισίας και πανικού. Ανάμεσά τους και Μικρασιάτες, που είχαν εγκατασταθεί προσωρινά εκεί. Οι ελληνικές πολιτικές αρχές, αναχώρησαν ως το τέλος Οκτωβρίου 1922.

Τελευταίοι έφυγαν οι κάτοικοι της Χερσονήσου της Καλλίπολης . Και, όπως είπε ο Ισμέτ Ινονού, όλα αυτά, χωρίς να ριχτεί ούτε μία ντουφεκιά…

Στις 30 Νοεμβρίου 1922 ο  Νικόλαος Πλαστήρας, σε σημείωμα που έστειλε στο Βενιζέλο, αναφέρεται στην ανάγκη διάθεσης πιστώσεων για την προμήθεια πολεμικού υλικού και λοιπών εφοδίων για το στράτευμα και προσθέτει:

“Περίπτωσις καθ’ ήν  σύμμαχοι εγκαταλείψωσι Κωνσταντινούπολιν είναι ανάγκη να επιτραπή εις τον Ελληνικόν στρατόν να προελάση ραγδαίως δια της Θράκης προς κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως,

Θεωρούμεν δυνατήν την άμυναν εις Έβρον εάν Βουλγαρία εξαναγκασθή τηρήση ουδετερότητα και δεν παραβιασθή το έδαφός της υπό τούρκων. Εν τη περιπτώσει ταύτη εάν ενισχυθώμεν αφθόνως έξωθεν δια πολεμικού υλικού και υποστηριχθώμεν ηθικώς είναι δυνατόν να ενεργήσωμεν επιθετικώς, αλλά υπό την προϋπόθεσιν να κηρυχθεί άκρως δικτατορικόν καθεστώς εν Ελλάδι”

Το χειμώνα του 1922 άρχισε να σχηματίζεται η Στρατιά του Έβρου,    με βάση τα υπολείμματα του στρατού, που πολέμησε και ηττήθηκε στη Μικρά Ασία και ενώ ήδη με απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων στη Συνθήκη των Μουδανιών, είχε εκκενωθεί η Ανατολική Θράκη από τον αυτόχθονα ελληνικό πληθυσμό της μέσα σε 15 μέρες και υπό δραματικές καιρικές συνθήκες.

Τον Απρίλιο του 1923 η Ελλάδα ήταν σε θέση να παρατάξει στον Έβρο εννέα Μεραρχίες, με δύναμη έως 100.000 ανδρών. Κάθε Μεραρχία διέθετε τρία συντάγματα δυνάμεως 2.000 ανδρών. Συνολικά η δύναμη κάθε Μεραρχίας ήταν γύρω στους 9.000 με 10.000 άνδρες, αν συνυπολογίσει κανείς το ορειβατικό Πυροβολικό και τις άλλες μεραρχιακες Μονάδες. Στο Ιππικό υπήρχε χωριστή Μεραρχία υπό τον υποστράτηγο Σκανδάλη “δυνάμεως 700 σπαθών”!  Η Στρατιά του Έβρου διέθετε επιπλέον δύο συντάγματα πεδινού Πυροβολικού. Δυστυχώς δεν είχε βαρύ Πυροβολικό, γιατί τα βαρέα πυροβόλα είχαν εγκαταλειφθεί στη Μικρά Ασία. Από τις εννέα Μεραρχίες η Στρατιά του Έβρου μπορούσε να παραθέτει στην πρώτη γραμμή του μετώπου πέντε Μεραρχίες, έτοιμες για πολεμικές επιχειρήσεις και τέσσερις εφεδρικές. Η Μεραρχία Ιππικού έδρευε στην Αλεξανδρούπολη. Αξιόλογη ήταν και η προετοιμασία του Μηχανικού, που είχε κατασκευάσει όσα ήταν απαραίτητα σε περίπτωση που προέκυπτε ανάγκη άμεσης γεφύρωσης του ποταμού Έβρου, για την ταχεία διάβαση ανδρών και υλικού.

Η ανασύνταξη εννέα ετοιμοπόλεμων Μεραρχιών Πεζικού και μιας Ιππικού στον Έβρο με συνολική δύναμη σχεδόν 100.000 ανδρών από το Δεκέμβριο του 1922 έως τον Απρίλιο του 1923 παρείχε ένα πολύτιμο διαπραγματευτικό όπλο στον αντιπρόσωπο της Ελλάδας, στη Λωζάνη, Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο ίδιος λίγες μέρες μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, όταν αντιμετώπισε την ιταμότητα των Τούρκων και προδιαγράφονταν αδιέξοδο, απευθύνθηκε τηλεγραφικά στην κυβέρνηση της Αθήνας με το ακόλουθο ερώτημα: “Λύσις τρομερού προβλήματος εξαρτάται από κατάστασιν στρατού μας. Δύναται εντός μια εβδομάδος εξορμών να φθάση όχι Βόσπορον τουλάχιστον εις Τσατάλτζαν;”. Ανέφερε επίσης ότι ζήτησε από τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Μαζαράκη να μεταβεί στο Δεδέαγατς, να συναντηθεί με τους σωματάρχες για να γνωρίζει τις αντιλήψεις τους για ένα τέτοιο ενδεχόμενο και στην συνέχεια να τον ενημερώσει.

Τη Στρατιά αυτή συνοδεύει πάντα το παράπονο, ότι ενώ ετοιμάσθηκε να ξαναπάρει πίσω τουλάχιστον την Ανατολική Θράκη, δεν της επέτρεψαν οι Σύμμαχοι και ο ίδιος ο Βενιζέλος μαζί με την επαναστατική κυβέρνηση του 1922, να επιχειρήσει αυτή την τόσο αναμενόμενη ανακατάληψη. Δηλαδή δεν δοκιμάστηκε σε πραγματικές συνθήκες πολέμου, όπως επιθυμούσαν πολλοί στην Ελλάδα, αν και εθεωρείτο ετοιμοπόλεμη.

Συμπεράσματα

α. Ο Κεμάλ προφανώς απαιτούσε εκβιαστικά την παράδοση της Ανατολικής Θράκης  και απειλούσε διαφορετικά με πόλεμο την  Αντάντ, προφανώς βασιζόμενος στη μυστική συμφωνία που είχε κάνει με τον Λένιν για έλεγχο των στενών υπό των Τούρκων και την στρατιωτική υποστήριξη από τους μπολσεβίκους προς τούτο, γιατί μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί το θράσος του Κεμάλ, να απειλεί με πόλεμο εναντίον της Αγγλίας της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ελλάδος, καθόσον τα στενά την περίοδο αυτή ελεγχοντο από αγγλικές δυνάμεις.

β. Η ελληνική ατολμία και η εθελοδουλία σφραγίζουν για μια ακόμη φορά την τύχη του Ελληνισμού.

γ. Η παράδοση  της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία είχε ως επακόλουθο και την εγκατάλειψη της Κωνσταντινούπολης, των Στενών και της ουδέτερης ζώνης.

δ.Η ελληνική κυβέρνηση σε καμία των περιπτώσεων δεν έπρεπε, να δεχθεί την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ανατολική Θράκη και την υπογραφή της συμφωνίας, όπως έκανε και ο Κεμάλ με τη συνθήκη των Σεβρών που είχε υπογραφεί μεταξύ συμμάχων και οθωμανικής αυτοκρατορίας, για τους παρακάτω λόγους:

(1)  Θα κέρδιζε πολύτιμο χρόνο. ο επερχόμενος χειμώνας, θα έκανε αδύνατες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Θράκη και ο ελληνικός στρατός θα μπορούσε να ανασυνταχθεί, κάτι που έγινε.

(2) Ο τουρκικός στρατός, ήταν αδύνατο να μπορέσει να περάσει την Προποντίδα και να καταλάβει την Ανατολική Θράκη.

(3) Οι Τούρκοι δεν διέθεταν ναυτική δύναμη και τα ελληνικά θωρηκτά μπορούσαν να καταφέρουν πολλά…

(4)  Στον στρατό του Κεμάλ, είχαν παρουσιαστεί σημάδια αποδιοργάνωσης. Αν και νικητές, ιδιαίτερα καταπονημένοι και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή ακτή, πολλοί στρατιώτες προερχόμενοι από τα βάθη της Ανατολίας, είχαν αρχίσει να λιποτακτούν. Προβλήματα παρουσιάστηκαν επίσης και στα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας.

(5) Αν οι Τούρκοι, περνούσαν τον Βόσπορο ή τον Ελλήσποντο, τον οποίο κατείχαν με λίγες δυνάμεις οι Βρετανοί, θα ερχόταν σε σύγκρουση μ’ αυτούς, κάτι άκρως ευνοϊκό για τη χώρα μας.

ε. Το τι μεσολάβησε προκαλώντας αυτή την αλλαγή στάσης του Βενιζέλου είναι άγνωστο μέχρι και σήμερα. Το ίδιο άγνωστο είναι και τι είπε τελικά ο Βενιζέλος στον Πλαστήρα, προκειμένου να αλλάξει και ο τελευταίος τη στάση του και να αποδεχθεί το μοιραίο αυτό εθνικά τετελεσμένο.

στ. Πρόκειται για μια από τις σκοτεινότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τι ήταν αυτό που έκανε τον Ελευθέριο Βενιζέλο να αλλάξει γνώμη σε 3 μέρες;

ζ. Γιατί αποφασίστηκε, παρά τα όσα διακήρυττε ο Πλαστήρας, η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης;

η. Σε ποιο σοβαρό κράτος, θα υπήρχε (ανεπίτρεπτη) άγνοια για το πού ήταν η μεθόριος δύο γειτονικών κρατών πριν 7 χρόνια;

θ. Αξιοπρεπή και εθνικά ορθή ήταν η στάση της ελληνικής αντιπροσωπείας στα Μουδανιά, κάτι που αναγνώρισαν ο Γάλλος Charpy, υποβολέας (τουλάχιστον) των Τούρκων μαζί με τον Franklin –Bouillon, ο Ιταλός  Mombelli και ο Βρετανός Harrington, που ηγούνταν των «Συμμάχων».

ια. Στο ερώτημα του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών λόρδου Κόρζον προς την κυβέρνησή του: «Ποιος θα υποχρεώσει τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη;» δυστυχώς την απάντηση έδωσαν οι ίδιοι οι Έλληνες με την απουσία της οποιαδήποτε ουσιαστικής αντίδρασης, στα σχέδια των Γάλλων Ιταλών και Άγγλων. Και αυτό παρά το γεγονός, ότι εάν η Ελλάδα αρνείτο, να εγκαταλείψει τα ελληνικά εδάφη, η μόνη που θα ερχόταν σε δύσκολη θέση, θα ήταν η Βρετανία.

ιβ. Δεν ήταν  οι διεθνείς συσχετισμοί αρνητικοί για τα εθνικά συμφέροντα ευθύς εξαρχής. Είναι γνωστό, πως μετά την απαίτηση της Τουρκίας η βρετανική κυβέρνηση του Λόιντ Τζωρτζ και πρωτοστατούντος του Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του υπουργού Αποικιών, προετοιμαζόταν για πολεμική αναμέτρηση με την Τουρκία, ελπίζοντας και σε υποστήριξη και της Ελλάδος, η οποία διατηρούσε την Στρατιά της Θράκης, σύμφωνα με την απόφαση του πολεμικού Συμβουλίου της Αγγλίας στις 2 Σεπ του 1922.

ιγ. Τελικά η Ανατολική Θράκη χάθηκε, χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός,  Πρώτον από την αβελτηρία και τον ενδοτισμό της ελληνικής κυβέρνησης και του Βενιζέλου, δεύτερον της τεράστιας στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας του Λένιν στο Κεμάλ και τη μυστική συμφωνία σε περίπτωση νίκης των Τούρκων στη Μ. Ασία, ο Κεμάλ να απαιτήσει την προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης για τον έλεγχο των στενων και τρίτον των παραχωρήσεων του Κεμάλ στη Μεγάλη Βρετανία, της Μεσοποταμίας, του Κουρδιστάν και των πετρέλαιων της Μοσούλης, στη Γαλλία τη Συρία και τον Λίβανο και στην Ιταλία τη διατήρηση των Δωδεκανήσων και την επιθυμία της για καταστροφή της Ελλάδας»

ιδ. Στο κρίσιμο διάστημα 6ης και 9ης Σεπτεμβρίου η Ελλάδα αντί να έχει επιστρατεύσει το σύνολο των δυνάμεών της διπλωματικών και στρατιωτικών, δίνοντας ξεκάθαρο μήνυμα στην Βρετανία, ότι δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει την Α. Θράκη, παρέχοντας έτσι στο Λονδίνο μια καλή δικαιολογία, για να μην υποκύψει στις γαλλικές πιέσεις, στην Αθήνα η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου έσπευδε τρεις ημέρες μετά, να κάνει δεκτή την απόφαση των αγγλογάλλων. Εκεί είχε χαθεί και η μάχη, η οποία δεν δόθηκε ποτέ.

ιε. Επρόκειτο για μια από τις καλύτερες μπλόφες του Κεμάλ, γεγονός το οποίο αποδεικνυεται από την έκπληξη του Ισμέτ πασά ( Ινονού) , που είπε στον Κεμάλ : «Οι Γιουνάν (Έλληνες) μας χαρίζουν την Ανατολική Θράκη !»,  ο οποίος εκμεταλλευόμενος ορθά την ελληνική πανωλεθρία στη Μικρά Ασία, το ευμενές για αυτόν διεθνές σκηνικό, τη σταθερή υποστήριξη των μπολσεβίκων και την δυναμική που είχε τότε ως νικηφόρος στρατός, πήρε αυτό που ήθελε, χωρίς κανένα απολύτως κόστος. Το σημαντικότερο όμως είναι πως κανείς δεν πλήρωσε, για αυτή την τραγικών διαστάσεων εθνική απώλεια.

ιστ. Τα έθνη δεν εχουν μόνιμους φίλους και συμμάχους αλλά μόνιμα συμφέροντα.

 


Περισσότερα άρθρα από τον Βασίλειο Ρέπα:

ΑΠΟΨΕΙΣ – ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΡΕΠΑΣ


 

Πηγές:

α. Δρ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, « Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού(1833-1949), τόμος Ι».

β.  Δημήτρης Α. Μαυρίδης, «Από την Ιστορία της Θράκης (1875-1925)», έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθωρίου, Ξάνθη 2006.

γ. Γρηγόριος Δαφνής , «Η Ελλάς Μεταξύ δύο Πολέμων,1923-1940», εκδόσεις Κάκτος 1997.

δ.  Σ.Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Σύγχρονου Ελλάδος»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ